22.12.14

Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος

Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος


Απο τη Συλλογη Του κόσμου (1978).
Θα σας πω πώς έγινε
Έτσι είναι η σειρά

Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο
δρόμο του έναν χτυπημένο
Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε
Τόσο πολύ λυπήθηκε
που ύστερα φοβήθηκε

Πριν κοντά του vα πλησιάσει για να σκύψει να
τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα
Τι τα θες τι τα γυρεύεις
Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω,
να ψυχοπονέσει τον καημένο
Και καλύτερα να πούμε
Ούτε πως τον έχω δει

Και επειδή φοβήθηκε
Έτσι συλλογίστηκε

Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;
Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε vα παίξει με τους άρχοντες
Αρχισε λοιπόν και κείνος
Από πάνω να χτυπά

Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Νοηματική απόδοση
Η ποιήιρια εξηγεί πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος. Κάποια μέρα, ένας καλός άνθρωπος συνάντησε στο δρόμο του έναν άλλο άνθρωπο πεσμένο κάτω και χτυπημένο. Τον λυπήθηκε έτσι που τον είδε πεσμένο αλλά συνάμα φοβήθηκε. Σκέφτηκε λοιπόν πως κάποιος άλλος από όσους βρίσκονται τριγύρω θα βρεθεί να τον βοηθήσει και προτίμησε να κάνει πως δεν τον είδε καθόλου. Εξάλλου, σκέφτηκε, αν δεν έφταιξε σε κάτι, δε θα τον χτυπούσαν. Και με τη σκέψη αυτή άρχισε να τον χτυπά κι ο ίδιος.

"Ο Καιόμενος", Τάκη Σινόπουλου (Σημειώσεις)

"Ο Καιόμενος", Τάκη Σινόπουλου




Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας από το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα.
Ήταν στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται.
Μα δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος.

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.

Σημειώσεις


Το ποίημα εντάσσεται στη συλλογή «Μεταίχμιο Β’» η οποία εκδόθηκε στα 1957. Αναφέρεται στην αυτοπυρπόληση, την έσχατη μορφή προσωπικής διαμαρτυρίας των διάφορων απελπισμένων ιδεολόγων.

Νοηματική απόδοση
Ένας άνθρωπος από τα πλήθος βλέπει κάποιον να καίγεται και το δηλώνει ταραγμένος στους άλλους. Όλοι στρέφουν τα μάτια τους σε εκείνον που αυτοπυρπολείται μαζί και ο ποιητής, που αναγνωρίζει στο πρόσωπό του, τον άνθρωπο με τον οποίο πριν από λίγο προσπάθησαν να επικοινωνήσουν, αλλά εκείνος αρνήθηκε να μιλήσει. Ο ποιητής θλίβεται από την πράξη του αλλά δεν σπεύδει να του προσφέρει βοήθεια. Εξάλλου εκείνος δεν τη ζητά.

Έτσι, παραμένει αμέτοχος, μια και η κατάσταση είναι δύσκολη και φοβάται τις συνέπειες από οποιαδήποτε συμμετοχή του στο γεγονός. Για αυτό και μένει να παρακολουθεί τον άνθρωπο να αυτοπυρπολείται, σύμβολο ξεχωριστό και φωτεινό, σαν τον ήλιο. Αντιλαμβάνεται πως στη δύσκολη αυτή εποχή που ζει, δύο μπορεί να είναι οι στάσεις των ανθρώπων: να βρίσκονται μέσα στη φωτιά ή απ’ έξω και να χειροκροτούν όσους τολμούν να διαμαρτύρονται. Ο ποιητής διστάζει να πάρει κάποια θέση ανάμεσα στις δύο αυτές στάσεις και διχάζεται.