16.11.09

ΑΝΤΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ

Ο ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Εγώ μεγάλως εκτιμώ κι αυτόν τον Καρκαβίτσα

Πουναι γιατρός στ' ατμόπλοια με λιάρα και με γκλίτσα

Γ. Σουρής


ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ ΠΛΟΙΟ

Ο Αντρέας Καρκαβίτσας καθόταν σκεφτικός σε μια ψάθινη καρέκλα στο κατάστρωμα του παλιού πλοίου και αγνάντευε το πέλαγος… Όταν αντιλήφθηκε την παρουσία μου, χαμογέλασε, μάλλον ικανοποιημένος, που κάποιος επισκέφτηκε μετά από τόσα χρόνια τον ίδιο και το έργο του. Στα χέρια μου κρατούσα πολλά από τα βιβλία του σε διάφορες εκδόσεις και επανεκδόσεις: εικονογραφημένες, παλιές, καινούριες, προσεγμένες, αλλά και πρόχειρες: Στην εποχή μας το έργο του Αντρέα Καρκαβίτσα μπορείς να το βρεις εύκολα. Αρκετοί εκδοτικοί οίκοι έχουν ενδιαφερθεί να εκδώσουν κείμενά του…

Κοίταξε αυτά τα βιβλία και μου είπε: «Όλα αυτά έχουν γραφεί χρόνια πριν, όταν η Ελλάδα ήταν ακόμα μια μπουκιά… Αλλά ονειρευόμασταν ότι "θα πάρουμε και τα κουρσεμένα πίσω. Τα πλούτη μας, τις δόξες, τα ιερά μας. Θα πάρουμε το σπαθί του Κωνσταντίνου και την κολυμπήθρα του Προφυρογέννητου· τις πόρτες του Ναού μας, το Ρολόι των Μάγων, τ' άλογα τ' αράθυμα…[1]"», είπε και χάθηκε για λίγη ώρα στην ονειροπόλησή του…

«Πράγματι,» σκέφτηκα, «η Ελλάδα ήταν μια μπουκιά τον 19ο αιώνα, την εποχή που γεννήθηκε ο Καρκαβίτσας (1865) στα Λεχαινά του νομού Ηλείας». Ήμασταν τότε ένα μικρό κρατίδιο που 'χε περάσει από χίλια κύματα για να λάβει υπόσταση και να γίνει δεκτό από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής. Οι Έλληνες έψαχναν την ταυτότητά τους, φιλονικούσαν για τα πολιτικά, και διχάζονταν για το ποια γλώσσα ήταν η καταλληλότερη για τον γραπτό λόγο – η δημοτική ή η καθαρεύουσα;

Εκείνη την εποχή, το περιοδικό Εστία, το σημαντικότερο πολιτιστικό έντυπο της εποχής, διοργάνωνε διαγωνισμούς διηγήματος αναζητώντας ανθρώπους με λογοτεχνικό τάλαντο για να συμβάλουν έτσι στην αναγέννηση του τόπου. Μέχρι τότε τα αναγνώσματα που κυκλοφορούσαν ήταν ως επί το πλείστον μεταφράσεις ξένων έργων και ελάχιστα ελληνικά ιστορικά μυθιστορήματα. Η ανάγκη διοργάνωσης, λοιπόν, ενός τέτοιου διαγωνισμού ήταν μεγάλη και καθιερώθηκε από τις 15 Μαΐου 1883. Η Εστία παρακινούσε τους επίδοξους λογοτέχνες να λάβουν μέρος σε εκείνη την πρωτοποριακή προσπάθεια με τα εξής λόγια: «σκηναί είτε της ιστορίας είτε του κοινωνικού βίου διαπλασσόμεναι καταλλήλως εν τη αφηγήσει, κινούσι πλειότερον τα αισθήματα του αναγνώστου και ου μόνον τέρπουσι και λεληθότως διδάσκουσιν, αλλά και εξεγείρουσιν εν αυτώ το αίσθημα της προς τα πάτρια αγάπης. Ο ελληνικός δε λαός, είπερ και άλλος τις, έχει ευγενή ήθη, έθιμα ποικίλα και τρόπους και μύθους και παραδόσεις εφ' όλων των περιστάσεων του ιστορικού αυτού βίου· η δε ελληνική ιστορία, αρχαία και μέση και νέα, γέμει σκηνών δυναμένων να παράσχωσιν υποθέσεις εις σύνταξιν καλλίστων διηγημάτων και μυθιστορημάτων[2]».


Μέσα σε αυτό το κλίμα, λοιπόν, σε μια μεταβατική εποχή για τον Ελληνισμό, ο οποίος προσπαθούσε να απεκδυθεί το τουρκοκρατούμενο παρελθόν του και να ενδυθεί ένα καινούργιο και ευρωπαϊκό, ο μικρός Αντρέας Καρκαβίτσας έμαθε τα πρώτα του γράμματα στα Λεχαινά. Κατόπιν, έχοντας την υποστήριξη της οικογένειάς του, συνέχισε τις γυμνασιακές του σπουδές στην Πάτρα και μετά πήγε στην Αθήνα, όπου σπούδασε Ιατρική. Στη συνέχεια, αν και η εποχή δεν ήταν και η καταλληλότερη για ταξίδια και περιδιαβάσεις –δεδομένου ότι δεν υπήρχαν συγκοινωνίες και η απαραίτητη υποδομή, ενώ πολλές συμμορίες κλεφτών λυμαίνονταν συγκεκριμένες περιοχές– ο Καρκαβίτσας τόλμησε πολλές εξορμήσεις στην τότε Ελλάδα, γιατί ήθελε να συλλέξει αυθεντικό λαογραφικό υλικό για να γράψει λογοτεχνία και με τον τρόπο αυτόν να αναδείξει τη δημοτική ελληνική γλώσσα και να αποτυπώσει την καθημερινότητα της ελληνικής επαρχίας.

Στην παραπάνω του απόφαση συνέβαλε και η επίδραση που του είχε ασκήσει ο Νικόλαος Πολίτης, ο πατέρας της Λαογραφίας, και η Εστία, η οποία συνέχιζε τους διαγωνισμούς της αναζητώντας νέους λογοτέχνες και συνεργάτες.

Η «αειφυγία», λοιπόν του Καρκαβίτσα, η έντονη και συνεχής διάθεση ταξιδιού, τον ώθησε να επισκεφτεί αρχικά τα χωριά της Ρούμελης και να ζήσει για κάποιο διάστημα στο Μεσολόγγι. Στη συνέχεια, μάλλον για καλή του τύχη αφού του δινόταν έτσι η δυνατότητα έτσι να ταξιδεύει συνέχεια, διορίστηκε υγειονομικός γιατρός στο ατμόπλοιο Αθήναι (1889-1991), με το οποίο ταξίδεψε στη Μεσόγειο, στη Μαύρη Θάλασσα, στα παράλια της Μικράς Ασίας και στον Ελλήσποντο. Έτσι γνώρισε από κοντά τη Μεγάλη Ελλάδα που ονειρευόταν… Σε αυτά τα ταξίδια είχε την ευκαιρία να συναναστραφεί απλούς νησιώτες ναυτικούς οι οποίοι κουβαλούσαν τη Μυστική Ελλάδα των τόπων τους, στις ιστορίες και τις δοξασίες που έλεγαν τις ατέλειωτες νύχτες μέσα στα πλοία…

Κατόπιν, το 1898, έλαβε μέρος στον διαγωνισμό της Εστίας και βραβεύτηκε για το διήγημά του Πάσχα στα Πέλαγα. Έτσι καθιερώθηκε ως λογοτέχνης στη συνείδηση των Ελλήνων.

Ο Καρκαβίτσας ήθελε στο λογοτεχνικό του έργο να καταγράψει τις μεταφυσικές αντιλήψεις και παραδόσεις των Ελλήνων για τα στοιχειά, τις νεράιδες και τα πνεύματα που την κατοικούσαν στη στεριά και στη θάλασσα. Πέρα απ' αυτό, όμως, επιθυμούσε και να χτυπήσει –όπου τη συναντούσε– τη δεισιδαιμονία. Ενδεικτικό είναι το έργο του Ο Ζητιάνος, όπου καταδεικνύεται το κακό που μπορούν να προκαλέσουν οι ανόητες, χωρίς λογική, προλήψεις.

Ο Καρκαβίτσας τασσόταν κατά της απαιδευσιάς. Γι' αυτό ίσως ανέλαβε να συγγράψει σχολικά βιβλία. Άλλωστε, πίστευε ότι έτσι και τη δημοτική θα οχύρωνε και τη Μεγάλη Ιδέα –στην οποία τόσο πίστευε– θα προωθούσε.

Ακόμα, σε διάφορα κείμενά του προβληματίζει και ασκεί κοινωνική κριτική για τα κακώς κείμενα του νεοσύστατου κράτους. Στο πεζογράφημά του Ο Αρχαιολόγος (1904) απορρίπτει την προγονοπληξία –που χαρακτήριζε πολλούς συγχρόνους του– και υποστηρίζει την ιδέα να αναγεννηθεί μεν ο Ελληνισμός λαμβάνοντας τα δημιουργικά και χρήσιμα στοιχεία και από τον αρχαίο πολιτισμό. Αλλά, να αντλήσει ό,τι μπορεί και από τα ευρωπαϊκά κράτη, μέχρις ότου να κατορθώσει να αποκτήσει τη δική του ταυτότητα.

Ο Καρκαβίτσας, ήταν τόσο πιστός στη Μεγάλη Ιδέα της Ελλάδας των Δύο Ηπείρων και των Πέντε Θαλασσών, που συμμετέσχε στην «Εθνική Εταιρία», η οποία έπαιξε ρόλο στη διαμόρφωση φιλοπολεμικού κλίματος. Δυστυχώς, αυτό οδήγησε στον πόλεμο-παρωδία τού 1897 με την Τουρκία, στον οποίο ηττηθήκαμε και ταπεινωθήκαμε. Παρόλα αυτά, ο Καρκαβίτσας δεν πτοήθηκε. Το 1909 έλαβε μέρος στο κίνημα στο Γουδί φιλοδοξώντας να βοηθήσει την Ελλάδα να βγει από τα πολιτικά αδιέξοδά της, ενώ στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων προσέφερε υπηρετώντας ως γιατρός στα ορεινά χωριά. Τελικά, αφού πέρασε από διάφορα στάδια, αντιτάχθηκε στο κίνημα της Εθνικής Αμύνης του Βενιζέλου με αποτέλεσμα να τεθεί υπό περιορισμό και να φυλακιστεί για σύντομο διάστημα στη Θεσσαλονίκη. Οι καταστάσεις αυτές επηρέασαν αρνητικά την υγεία του. Υπέκυψε στις 24 Οκτωβρίου 1922 από φυματίωση του λάρυγγα, λίγο διάστημα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η οποία σήμανε και τον θάνατο της Μεγάλης Ιδέας…


ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑ

Ο Καρκαβίτσας, μου ζήτησε να μη τα συζητήσουμε όλα τα προηγούμενα, τους πολέμους και τις δυσκολίες εκείνης της εποχής, και να ασχοληθούμε μονάχα με το λογοτεχνικό έργο του. Γι' αυτό κάλεσε στη συντροφιά μας ένα σωρό ανθρώπους, που στην κυριολεξία κατέκλυσαν το κατάστρωμα γύρω μας. Μοιάζανε με ναύτες, γεροδεμένους και φαγωμένους απ' την αλμύρα και τη σκληρή δουλειά.

«Ποιοι είναι όλοι αυτοί;», ρώτησα. «Από πού ήρθαν;». Ο Καρκαβίτσας, ήρεμος και χαμογελαστός έβαλε το δάχτυλο στο κούτελό του και μου έδειξε το κεφάλι του. Από τη φαντασία και τη μνήμη του είχαν ξεπηδήσει όλοι αυτοί οι άνθρωποι…

Κατόπιν άρχισε τις συστάσεις: «Από δω είναι ο καπετάν Καλιγέρης, ο Γιάννης, ο Μπάρμπα-Καληώρας, ο καπετάν Σταμάτης, ο καπετάν Βασίλης, ο καπετάν Τραγούδας, ο Μανωλιός, ο Νικολός Ραφαλιάς, ο Πέτρος Ραφαλιάς κι ο γιος του…», κι οι συστάσεις σταματημό δεν είχαν. Κι ύστερα ήρθαν κι άλλοι που δεν ήταν ναύτες, αλλά φόραγαν χωριάτικα ρούχα και κάποιοι ζητιάνοι, ο Τζιριτόκωστας, μια όμορφη λυγερή και άλλοι δυο νέοι, που όπως έμαθα αργότερα ήταν ο Αριστόδημος κι ο Δημητράκης της οικογένειας Μορφοπούλου…

Όλοι αυτοί δεν ήταν άλλοι από τους μικρούς καθημερινούς ήρωες που είχε ενσωματώσει ο Καρκαβίτσας στα διηγήματά του. Είχαν έλθει για να πλαισιώσουν τον συγγραφέα στην κουβέντα μας και να πουν με τη δική τους φωνή τις ιστορίες τους. Ιστορίες για τα παράξενα πλάσματα που ζουν στην άλλη, τη Μυστική Ελλάδα των δοξασιών, των παραδόσεων και των δεισιδαιμονιών…


Η ΓΟΡΓΟΝΑ

«Θυμάσαι τη γοργόνα;», ρωτήθηκα από κάποιον ναύτη.

«Την αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου; Μα, φυσικά!», απάντησα.

«Την έχω συναντήσει»…

Τότε ο ναύτης γεμάτος δέος άρχισε τη διήγησή του, που μπορεί κανείς να τη βρει, πιο ολοκληρωμένη, στο βιβλίο του Αντρέα Καρακαβίτσα, Τα Λόγια της Πλώρης…

«Με το μπρίκι του καπετάν Φαράση αρμένιζα μισοκάναλα εκείνη τη νύχτα. Σπάνια νύχτα! Άξαφνα τρόμαξα. Κάτω βαθιά, μεσ' από το μενεξεδένιο σύννεφο, είδα να προβαίνη ίσκιος πελώριος. Διαμαντοστόλιστη κορώνα φορούσε στο κεφάλι και τα πλούσια μαλλιά γαλάζια χήτη άπλωναν στις πλάτες ως κάτω στα κύματα. Το πλατύ μέτωπο, τ' αμυγδαλωτά μάτια, τα χείλη της τα κοραλλένια λαιμοτράχηλα κατέβαινε κ' έσφιγγε το κορμί ολόχρυσος θώρακας λεπιδωτός και πρόβαλλε στο αριστερό την ασπίδα κ' έπαιζε στο δεξί τη Μακεδονική σάρισα…

»– Ναύτη – καλεναύτη· ζη ο βασιλιάς Αλέξαντρος;

»– Τώρα, Κυρά μου! Απάντησα χωρίς να σκεφτώ. Τώρα βασιλιάς Αλέξανδρος! Ούτε το χώμα του δεν βρίσκεται στη γη.

»Ώιμε! Κακό που το 'παθα! Η χιλιόμορφη κόρη έγινε μεμιάς φοβερό σίχαμα. Κύκλωπας βγήκε από το κύμα κ' έδειξε λεπιοντυμένο το μισό κορμί. Ζωντανά φίδια και μετοξόμαλλα σηκώθηκαν πέραδώθε, έβγαλαν γλώσσες και κεντριά φαρμακερά κ' έχυσαν φοβερό ανεμοφύσημα. Το θωρακωτό στήθος και το παρθενικό πρόσωπο άλλαξαν αμέσως, σα να ήταν η Μονοβύζω του παραμυθιού…

»Και τώρα στην άκριτή μου απόκριση μανιασμένη έρριξε το χέρι, ένα δασοτριχωμένο και βαρύ χέρι στην κουπαστή, έπαιξε ζερβόδεξα την ουρά της και έδειξε Ωκεανό τον μαλακό Πόντο.

»– Όχι, Κυρά, ψέματα! … ταρανοφώναξα με λυμένα γόνατα.

»– Εκείνη με κοίταξε αυστηρά και με φωνή τρεμάμενη ξαναρώτησε:

»– Ναύτη – καλεναύτη· ζη ο βασιλιάς Αλέξαντρος;

»– Ζη και βασιλεύει· απάντησα ευθύς. Ζη και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει»…


Ο ΖΗΤΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ

«Υπάρχουν κι άλλα παράξενα πλάσματα –εκτός απ' τη Γοργόνα– που έχετε συναντήσει στη θάλασσα ή στη στεριά;» ρώτησα.

Ένα σούσουρο ακούστηκε, καθώς όλοι της παρέας συμφωνούσαν ότι τα παράξενα πλάσματα που κατοικούν τη χώρα μας είναι πολλά και φοβερά. Άλλωστε όλοι είχαν να διηγηθούν και από μια δική τους εμπειρία που θα επιβεβαίωνε την ύπαρξη σκοτεινών οντοτήτων.

«Υπάρχουν βρικόλακες, που αφημένοι ελεύθεροι μέσα στην κρύα νύχτα κάνουν καταστροφές. Ανεβαίνουν στις σκεπές, ρίχνουν μέσα τη λαστιχένια μύτη τους και ρουφούν σαν τρόμπα το αίμα όλων ως την αυγή», πετάχτηκε ο Τζιριτόκωστας ο ζητιάνος, ο οποίος είχε ξεπηδήσει από το –καταπληκτικό και μοναδικό στη σύλληψή του– έργο του Καρκαβίτσα, Ο Ζητιάνος. Στην απόκρισή του αυτή, οι Καραγκούνηδες που ήταν μαζί του έβγαλαν κραυγή αποτροπιασμού.

«Τα κακά πνεύματα», πρόσθεσε κάποιος άλλος, «άμα τύχει και τους χαλάσει την ησυχία ζωντανό πλάσμα, άνθρωπος είτε χτήνος, και τη φωνή του παίρνουν και του στρεβλώνουν το στόμα και το νου».

«Είναι και τα στοιχειά ακόμα, που πλακώνουν τα παιδιά και τα στρεβλώνουν φρικτά και τα καθιστούν κουτσοκουλόστραβα», είπε ένας άντρας απ' το χωριό Άγιος Πέτρος που γειτόνευε με το χωριό του Τζιριτόκωστα.

«Αχ! Κορίτσι μου! Τα στοιχειά πού αλλού θα πάνε, παρά στα παλιοχώρια και στα παλιόσπιτα; Ποιανούς θα πειράξουν περισσότερο, παρά τ' αδύνατα βρέφη, οι καλότυχες νεράιδες;», πρόσθεσε μια γυναίκα.

Και στα βλέμματα όλων είδα τον φόβο μήπως την επόμενη φορά πέσουν οι ίδιοι θύματα των δαιμονικών όντων… Ψέλλισαν μια προσευχή για να ξορκίσουν το κακό και κάθισαν ήσυχοι στη γωνιά τους…


ΤΟ ΓΙΟΥΣΟΥΡΙ ΣΤΟΝ ΚΟΡΦΟ ΤΟΥ ΒΟΛΟΥ

Τη συζήτησή μας την είχε παρακολουθήσει με προσοχή και ο Γιάννος Γκάμαρος, ένας ναύτης που μέχρι εκείνη τη στιγμή κατοικούσε ήσυχος στις σελίδες 211-221, στα Λόγια της Πλώρης. «Αυτά δεν είναι τίποτα!», είπε. Το πιο θαυμαστό και φρικαλέο πράγμα που 'χε δει ποτέ στη ζωή του ήταν «το αντρειωμένο γιούσουρι που βρίσκεται στον κόρφο του Βόλου. Το γιούσουρι που ώρες ψηλώνει και θεριεύει ως το πρόσωπο της θάλασσας· ώρες χαμηλώνει και γίνεται κάστρο αγύριστο με τους ρόζους και τα κλαδιά, με τις ρίζες και τ' αντιρρήματα».

Μας είπε ότι επρόκειτο για ένα δέντρο στα βάθη της θάλασσας που «έχει κατιτί πλάνο κ' επίβουλο και αλλάζει χρώματα και αλλάζει σχήματα και γλιστρά σαν χέλι και θεμελιώνεται σαν πύργος και φωσφορίζει σαν ωκεανός, που λύνεται το σώμα με το πρώτο αντίκρυσμα».

Το είχε βάλει πείσμα, λοιπόν, να πάει και να ψάξει το γιούσουρι. Συχνά σκεφτόταν: «Καλά, ο διπίθαμος Αράπης που ρουφά τα πέλαγα και φράζει τα ποτάμια μονάχα με τα γένεια του. Καλά η αθάνατη Γοργόνα, του Αλεξάνδρου η αδερφή, που γυρίζει τη θάλασσα και στο πικρό άκουσμα βουλιάζει τα πλεούμενα σύψυχα με την ουρά της. Καλά και ο Άριστος που σκοτώνει τα θεριά κι τα βουνά γκρεμίζει και ξεριζώνει ρουπάκια με το κοντάρι του. Μα ένα δέντρο εκεί, του νερού πλάσμα, θρέμμα του άμμου και να κάνη τόσα θάματα!» Ήθελε οπωσδήποτε να το ξεριζώσει και να γυρίσει στο χωριό του θριαμβευτής και ήρωας δείχνοντας σε όλους το λάφυρό του. Και σχεδόν τα είχε καταφέρει. Πάλεψε με το θεριό και το ξερίζωσε, μα τότε ήταν που τα στοιχειά της θάλασσας ξύπνησαν: «Μόλις βγήκαμε από τον κόρφο», πρόσθεσε ο Γιάννος Γκάμαρος, «Γοργόνα οργισμένη μας απάντησε η Νοτιά. Ο ουρανός έσβησε τ' αστέρια του, έκρυψε τα σύνορά του. Άδης το σκότος απλώθηκε απάνω μας. Το κύμα ψήλωνε βουνό, ανέμιζε φωσφορούχους τους αφρούς κι έχυνε φως κάτασπρο, θαμπό και άχαρο περίγυρα. Τι άλογα και τι άτια! Τι φώκιες και τι φάλαινες! Κλωθογύριζαν κοπαδιαστά, βρουχιόνταν και αλάλαζαν στο συσκότεινο εκείνο χάος. Ν' ανησυχώ άρχισα. Δεν ήταν θάλασσα εκείνη· ήταν θυμός και σείσμα, κατάρα και χολή, φαρμάκι της άβυσσος».

Κι έτσι ο Γιάννος Γκάμαρος δεν κατόρθωσε να απιθώσει το γιούσουρι στην αμμουδιά του τόπου του και να γίνει περιζήτητος για το κατόρθωμά του. Το γιούσουρι έμεινε εκεί όπου άνηκε, στην αγκαλιά της θάλασσας…


ΟΙ ΦΟΥΡΤΟΥΝΕΣ ΤΟΥ ΚΑΒΟΜΑΛΙΑ

Ένας άλλος ναυτικός από τα Λόγια της Πλώρης πήρε τον λόγο, ο Γιαννιός ο Χούρχουλας, που 'θελε να προσθέσει τη δική του ιστορία, μια ιστορία για ξωτικά που κάνουν άνω-κάτω τη θάλασσα και δυσκολεύουν τα μπάρκα.

Ήταν, λέει, κάποτε ένας Μπέης και μια Μπέϊσσα που είχαν μια μονάκριβη κόρη, η οποία κάποια στιγμή αρρώστησε βαριά. Κανείς δεν μπόρεσε να τη γιατρέψει, πέρα από έναν γέρο-μάγο ο οποίος είχε μια κασέλα μέσα στην οποία κρατούσε όλη του τη δύναμη: Είχε κλεισμένα εκεί μέσα επτά φουσάτα (στρατιές) ξωτικών με τη βοήθεια των οποίων κατόρθωνε τα πάντα. Και σε αυτή την περίπτωση, λοιπόν, ελευθέρωσε τα ξωτικά. Εκείνα έμειναν τρεις μέρες στο δωμάτιο της κόρης, πάλεψαν με την αρρώστια της κόρης, ώσπου τη νίκησαν. Το μόνο που του 'μενε πλέον ήταν να μαζέψει τα ξωτικά και να φύγει, μια και η αποστολή του είχε τελειώσει. Εκείνα, όμως, δεν έλεγαν να συμμαζευτούν και να υπακούσουν στον γέροντα: «και ρίχτηκαν λυσσασμένα, κάνοντας άνω - κάτω τον τόπο περίγυρα. Άκουες φωνές, κλάματα, βρισιές, βλαστήμιες, δοντοτριξίματα, μουγγρίσματα, τραγούδια, τούμπανα, βιο­λιά και λαγούτα, συγκρατητά σφυρίγματα. Ό αέρας γέ­μισε από γλώσσες αόρατες που καθεμιά είχε και το σκοπό της·

Έκανες εδώ, άκουες τ' όνομά σου· έκανες εκεί, έχανες τη σκούφια σου. Έσκυφτες χάμω κ' ένιωθες άξαφνα φο­βερή σφήνα να σου χωρίζη τα μηριά. Βρέθηκαν άνθρωποι που γύρισαν μέρα - μεσημέρι θεόγυμνοι στα σπίτια τους. Τα χωριά ρήμαξαν οι κάτοικοι σφιχτομανταλώθηκαν· τα ζωντανά δεν έτρωγαν το χόρτο τους· τ' αγρίμια κλείστηκαν στις μονιές τους· άδειασαν τα βουκολιά και τα βαλμαδιά και τα γιδοπρόβατα του Σαρίγκαλου, του πλούσιου αρχιτσέλιγκα του Καβομαλιά, συνεπήραν τα μαντριά και γκρεμο­τσακίστηκαν στη θάλασσα…»

Ο γέροντας πήγε να σκάσει απ' το κακό του γιατί δεν καταλάβαινε τον λόγο για τον οποίο τα ξωτικά παρουσίαζαν αυτή τη συμπεριφορά. Ώσπου… «Θυμήθηκε πως μια στι­γμή, όταν η μπεοπούλα έμενε ακίνητη εμπρός του, βλέποντας το χυτό κορμί έκραξε αστόχαστα:

»– Μωρέ, μήλο για δάγκωμα!

»Κ' έσυρε το τρεμάμενο χέρι του γλυκά κι ανάλαφρα απάνω της. Με τούτο όμως ο γέροντας μολεύτηκε, και μολεμένου άνθρωπου δεν πιάνουν τα μάγια ποτέ!

»Άρχισε τώρα να κλαίη και να μύρεται. Τέλος δεή­θηκε στο Θεό, ακόμη μια φορά να πιάσουν τα μάγια του για να σώση τον τόπο από τα ξωτικά. Ό Θεός τον άκουσε και μ' ένα λόγο συνάζει ο μάγος τα φουσάτα, και σα να έρριχνε θανάσιμους οχτρούς, τα διασκορπίζει περίγυρα. Τρία ρίχνει στις Νεραϊδοσπηλιές, κάτι σταχτιές πέτρες, που κρέ­μονται απάνω από τη χούνη του Λαχιού· άλλα τρία ρίχνει στο Κούνο, ψηλά στο Παραδείσι και το φοβερώτερο, με βρισιές κι αναθέματα, γυρίζει και το ρίχνει στον πάτο της θάλασσας αντίκρυ στο Τσιρίγο.

»Για τούτο, σας λέω, τις φουρτούνες του Καβομαλιά δεν τις κάνουν άνεμοι! Ακούτε μένα· τις κάνουν τα στοι­χειά!...», ολοκλήρωσε τη διήγησή του ο Γιαννιός ο Χούρχουλας και απλώθηκε σιωπή για λίγες στιγμές…

Τότε, ο γιατρός του ατμόπλοιου, που ήταν και συγγραφέας και περιηγητής και αγωνιστής, έκανε νόημα στους ήρωές του να αφήσουν τη συζήτηση και να πιάσουν τα πόστα τους. Το ταξίδι τους ξεκινούσε για ακόμη μια φορά, και εγώ έπρεπε να αποβιβαστώ. Το πλοίο έφευγε προς τη Μεγάλη Ελλάδα μιας άλλης εποχής και δεν είχα καμιά θέση επάνω του…

Καθώς η εικόνα χανόταν, πρόλαβα να δω για τελευταία φορά τον Αντρέα Καρκαβίτσα που καθόταν σκεφτικός σε μια ψάθινη καρέκλα στο κατάστρωμα του παλιού πλοίου και αγνάντευε το πέλαγος…


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Ανδρέας Καρκαβίτσας, Τα Λόγια της Πλώρης, Εστία

Ανδρέας Καρκαβίτσας, Ο Ζητιάνος, Γράμματα

Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η Λυγερή, Νέα Σύνορα

Ανδρέας Καρκαβίτσας, Ο Αρχαιολόγος, Εστία

Ανδρέας Καρκαβίτσας, Άπαντα, Ζαχαρόπουλος

Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τομ. Η' (1880-1900), «Ανδρέας Καρκαβίτσας», παρουσίαση-Ανθολόγηση: Έρη Σταυροπούλου, Αθήνα, Σοκόλης.

http://durabond.ca/gdouridas/poetry5.html

http://www.mathisis.com/nqcontent.cfm?a_id=2448

http://www.lexima.gr/lxm/main.php?s=arthra&i=55


[1] «Ο Εκδικητής», Τα Λόγια της Πλώρης, σελ. 79, Εκδόσεις Εστία.

[2] Δελτίον της Εστίας, αριθ. 333, 15 Μαΐου 1983.

4 σχόλια:

Νίκος Λαγκαδινός είπε...

Ενδιαφέρουσα παρουσίαση. Ψάχνοντας κάποια πράγματα για τον Καρκαβίτσα, "έπεσα" στο ιστολόγιό σας και πολύ το χάρηκα. Πρέπει τα παιδιά που σας έχουν καθηγήτρια να είναι τυχερά. Να είστε πάντα καλά.

Ειρήνη Μαραγκόζη είπε...

Σας ευχαριστώ πολύ κύριε Λαγκαδινέ! Περιηγήθηκα κι εγώ στο blog σας (damizadafni.blogspot.com) και το βρήκα πολύ ενδιαφέρον. Πολύ συγκινητικές οι αναρτήσεις για την οικογένειά σας. Να είστε καλά!

Νίκος Λαγκαδινός είπε...

Το ιστολόγιο για το χωριό μου το δημιούργησα προσφάτως γιατί είχα διαπιστώσει ότι έτσι όπως έχουν τα πράγματα... θα εξαφανιστεί! Ομως μπορείτε, αν έχετε χρόνο, να κάνετε και καμιά βόλτα στα άλλα ιστολόγιά μου, όπως: dytikosanemos.blogspot.com/
Lagadin’s Weblog
Dromena.lagadinos

Εχω κι άλλα. Είναι μια διέξοδος το διαδίκτυο. Πάντως, αν ψάξετε και στ' όνομά μου "Νίκος Λαγκαδινός" θα δείτε τη δραστηριότητά μου. Εάν σας ενδιαφέρει το θέατρο θα σας στείλω και τεύχη του θεατρικού περιοδικού που εκδίδω ["Δρώμενα"] όταν έχω οικονομική ευχέρεια!

Φιλικά
Νίκος Λ.

Ειρήνη Μαραγκόζη είπε...

Κύριε Λαγκαδινέ,
περιηγήθηκα στα ιστολόγιά σας και έμεινα άφωνη από τον όγκο της δουλειάς σας. Πάρα πολύ σημαντική η προσφορά σας. Ιδιαίτερα μού άρεσε το lagadin.wordpress.com, όπου υπάρχουν συνεντεύξεις-διαμάντια για τόσο σημαντικούς λογοτέχνες. Βρήκα πολύ χρήσιμες πληροφορίες που θα μπορούσα να αξιοποιήσω και στη διδασκαλία μου.
Χάρηκα πολύ για την επικοινωνία και εύχομαι να τα ξαναπούμε. Να είστε καλά!