16.11.09

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΗΣ

ΤΟ ΑΦΟΡΙΣΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΑΠΙΣΣΑ ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΙ Ο ΑΜΦΙΛΕΓΟΜΕΝΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΤΟΥ

Μόνον ένας Έλληνας συγγραφέας του 19ου αιώνα κατάφερε να γίνει γνωστός στην Ελλάδα μα και στο εξωτερικό, και το έργο του να μεταφραστεί σε πολλές άλλες γλώσσες (Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ιταλικά, Ρωσικά, Δανικά). Ήταν ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ένας κοσμογυρισμένος διανοούμενος με ευρύτητα πνεύματος αλλά και παράδοξα συντηρητικές ιδέες, με χιούμορ αλλά και πολλές φορές άδικη κριτική ενάντια σε οτιδήποτε δεν θεωρούσε σωστό. Μέσα από τα κείμενά του αποκαλύπτονται πολλές άγνωστες πτυχές της μυστικής ιστορίας της Ελλάδας, οι εξουσιαστικές τακτικές της Εκκλησίας εκείνης της εποχής αλλά και ο σοβινισμός των διανοούμενων, καθώς και ότι ελάχιστα πράγματα έχουν αλλάξει σήμερα, κι ας περάσανε τουλάχιστον 100 χρόνια από την εποχή του…


ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης γεννήθηκε στις 28 Ιουλίου 1836 στην Ερμούπολη της Σύρου. Ήταν γιος του Δημητρίου Ροΐδη και της Κορνηλίας Ροδοκανάκη – γόνοι κι οι δύο εύπορων οικογενειών της Χίου που είχαν πλουτίσει χάρη στο εμπόριο. Για πέντε χρόνια έζησαν στη Σύρο και μετά εγκαταστάθηκαν στο Λιβόρνο της σημερινής Ιταλίας, όπου ο πατέρας του Ροΐδη διορίστηκε διευθυντής μεγάλου εμπορικού οίκου και κατόπιν γενικός επίτιμος πρόξενος της Ελλάδας.

Η οκταετής παραμονή του Ροΐδη στο εξωτερικό συνέβαλε στο να αποκτήσει ο συγγραφέας ευρωπαϊκό αέρα, αλλά και να εξοικειωθεί με τις ξένες γλώσσες. Μάλιστα εκεί άκουσε για πρώτη φορά τον μεσαιωνικό θρύλο για την πάπισσα Ιωάννα, ο οποίος τον ενέπνευσε να συγγράψει χρόνια αργότερα το ομώνυμο μυθιστόρημά του που έμελλε να ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων που έφτασαν ως και τον αφορισμό του βιβλίου από την Ελληνική Εκκλησία.

Το 1849, όσο ο Ροΐδης βρισκόταν στο Λιβόρνο, είχε ξεσπάσει εκεί επανάσταση με τους Λιβορνέζους να απαιτούν την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της πόλης τους και την αποτίναξη του αυστριακού ζυγού που τους καταδυνάστευε τα χρόνια εκείνα. Η στάση τους κατέληξε σε αποτυχία, αφού προηγήθηκε επίθεση στρατιωτικών δυνάμεων και βομβαρδισμοί. Κατά τη διάρκεια των τρομακτικών αυτών στιγμών Έλληνες και διάφοροι γείτονες της πόλης είχαν συγκεντρωθεί στην κρασαποθήκη του πατρικού σπιτιού του Ροΐδη για να προστατευθούν. Αφού ηρέμησαν τα πράγματα –όπως ήταν φυσικό και όπως διηγείται ο ίδιος ο Ροΐδης– οι συγκεντρωμένοι άρχισαν να συζητούν για διάφορα ζητήματα. Μεταξύ των παρευρισκομένων ήταν κι ο συντηρητικός αββάς του Αγίου Ματθαίου και ένας αντικληρικός συντάκτης της Γενουηναίας Εφημερίδος που μιλούσαν με έντονο ύφος για την ελευθερία, τους μονάρχες και την εκκλησία. Τότε ήταν που εξαπολύθηκαν μύδροι για τις ανηθικότητες των διάφορων πάπων, στις οποίες συγκαταλέχθηκαν και οι ερωτοτροπίες της πάπισσας Ιωάννας, η οποία σύμφωνα με τον θρύλο τον 9ο αι μ.Χ. είχε κατορθώσει μεταμφιεσμένη ως άντρας να ανεβεί στον παπικό θρόνο εξαπατώντας τους πάντες: Αφού έλαβε το παπικό σχήμα με το όνομα Ιωάννης, αποκαλύφθηκε η απάτη όταν γέννησε τον άνομο καρπό της μπροστά στα έκπληκτα μάτια χιλιάδων πιστών, στη διάρκεια μιας λειτουργίας. Ο μικρός τότε Ροΐδης γοητεύτηκε από αυτή την αναφορά και αφιέρωσε πολύ χρόνο τα μετέπειτα χρόνια για να συλλέξει πληροφορίες για το θέμα και για να συντάξει στη συνέχεια το πολύκροτο μυθιστόρημά του.

Πάντως, οι βομβαρδισμοί στο Λιβόρνο δεν έδωσαν απλώς την ευκαιρία στον Ροΐδη να ακούσει για την πάπισσα Ιωάννα, αλλά και την αφορμή για να επιστρέψει στη Σύρο: Οι γονείς του ανησυχούσαν τόσο εξαιτίας της ασταθούς κατάστασης εκεί, που τον έστειλαν στο νησί για να φοιτήσει εσώκλειστος στο ελληνοαμερικανικό λύκειο Ευαγγελίδη – ένα από τα σημαντικότερα της εποχής, όπου παρακολουθούσαν μαθήματα μόνον τα παιδιά πλουσίων Ελλήνων.

Την εποχή εκείνη η Σύρος εξευρωπαϊζόταν με ταχύτατους ρυθμούς, αφού εξελισσόταν σε διεθνές κέντρο εμπορικών δραστηριοτήτων μεταξύ της Δυτικής Ευρώπης, της Μεσογείου και της Ανατολής – άλλωστε η Ερμούπολη ήταν κι η πρωτεύουσα των Κυκλάδων ήδη από το 1833 και της έπρεπε να ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες πόλεις του νομού. Οι αλλαγές ήταν πολλές και εντυπωσιακές: καινούριοι δρόμοι κατασκευάζονταν, οι παραδοσιακές βράκες αντικαθίσταντο από τα φραγκολεβαντίνικα κοστούμια, τα τσεμπέρια των γυναικών από πολυτελή καπέλα, και άμαξες περιφέρονταν περιφανές στις ολοκαίνουριες οδούς. Αυτές τις γρήγορες μεταβολές τις είδε, τις έζησε και τις αποτύπωσε ο Ροΐδης σε διηγήματά του με ομολογουμένως καυστικό τρόπο:

Τω καιρώ εκείνω ευρίσκετο εις την ακμήν του ο μετασχηματισμός των Συριανών εις Ευρωπαίους, τον οποίον ωνόμαζαν, με συμπάθειο, ξεβράκωμα. Αι φέσσαι και αι βράκαι εξηφανίζοντο αλλεπάλληλοι, ως τα πρωινά άστρα, υπό τας ακτίνας του εσπερίου πολιτισμού. […] Το τότε κάλυμμα της κεφαλής των κυριών δεν ήτο, όπως σήμερον, εν τίποτε κοστίζον εκατό φράγκα, αλλ' υψηλόν, πλατύγυρον και πολύπλοκον οικοδόμημα, εκ χαρτονίου, σιδηρού σύρματος, βελούδου, ανθέων και πτερών, μετέχον πύργου, κήπου και πτηνοτροφείου…

Ο Ροΐδης, αφού ολοκλήρωσε τη μαθητική θητεία του στη Σύρο, έφυγε το 1855 για δεύτερη φορά από τη νεοϊδρυθείσα Ελλάδα με προορισμό το Βερολίνο. Επί έναν χρόνο παρακολούθησε μαθήματα Φιλολογίας και Φιλοσοφίας και παράλληλα ακολουθούσε θεραπεία για τη βαρηκοΐα του, που το διάστημα εκείνο άρχισε να οξύνεται. Τελικά, οι προσπάθειες των ιατρών δεν είχαν το αναμενόμενο αποτέλεσμα και ο Ροΐδης έζησε τα επόμενα χρόνια με σοβαρό πρόβλημα βαρηκοΐας που θα επιδεινωνόταν συνεχώς. Κατόπιν, έφυγε για τη Ρουμανία, ώστε να μάθει το εμπόριο κοντά στον θείο του, Δημήτρη Ροδοκανάκη. Γρήγορα όμως κι οι δυο τους συνειδητοποίησαν ότι η κλίση του Εμμανουήλ ήταν τα γράμματα και με την ευχή του θείου του ξεκίνησε σιγά-σιγά το μεταφραστικό και συγγραφικό του έργο, ώσπου το 1862 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα –αφού έζησε και λίγο διάστημα στην Αίγυπτο– έχοντας εγκαταλείψει πλήρως το εμπόριο.

Η ΠΑΠΙΣΣΑ ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΙ Ο ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης το 1866 ήταν μόλις τριάντα χρονών. Ήταν ένας κοσμοπολίτης νέος που δεν προσαρμόζονταν στα ζητούμενα της καθεστηκυίας πνευματικής τάξης των Αθηνών και γι' αυτό επιζητούσε να προκαλέσει με το έργο του και να επιφέρει την αλλαγή.

Την πενιχρή πνευματική παραγωγή τότε την έλεγχε η Παλαιά Αθηναϊκή Σχολή. Τα μέλη της για να αποδεχθούν οποιονδήποτε νέο συγγραφέα ως άξιο λόγου απαιτούσαν αυτός να εκφράζεται αποκλειστικά στην καθαρεύουσα και να είναι υπέρμαχος του Ρομαντικού Κινήματος, το οποίο όμως ήδη παρήκμαζε στην Ευρώπη. Οποιοδήποτε άλλο είδος γραφής το απέρριπταν, εκτός από τα ιστορικά μυθιστορήματα που εξήραν το παρελθόν και ιδίως τον Μεσαίωνα, καθώς και εκείνα που προέβαλλαν τα θετικά της Εκκλησίας και της Χριστιανοσύνης.

Τα παραπάνω «αιτήματα» ήταν ακριβώς ό,τι αποστρεφόταν ο Ροΐδης, αλλά για να γίνει δεκτός στα πνευματικά σαλόνια έπρεπε να παίξει με τους όρους του παιχνιδιού. Αυτός όμως φρόντισε να τους αντιστρέψει με τρόπο μοναδικό: Έγραψε πράγματι ένα ιστορικό μυθιστόρημα, την Πάπισσα Ιωάννα, που εκτυλισσόταν στον Μεσαίωνα (9ο αι. μ.Χ.), που οι ήρωές του είχαν να κάνουν με τον εκκλησιαστικό κλήρο και που ήταν γραμμένο σε αριστοτεχνική καθαρευουσιάνικη γλώσσα.

Μέσω του συγκεκριμένου έργου του, λοιπόν, ο Ροΐδης κατόρθωσε να σατιρίσει την πνευματική παραγωγή του τόπου, να υπονομεύσει το ιστορικό μυθιστόρημα, να θίξει τα κακώς κείμενα του κλήρου, να προκαλέσει με την ελευθεροστομία του και τις τολμηρές περιγραφές του και κυρίως να αφυπνίσει τον αναγνώστη: Να τον κάνει να αναρωτηθεί, να τον ταρακουνήσει από την πολυθρόνα του και να του μάθει ότι ο ρόλος του αναγνώστη δεν είναι να δέχεται παθητικά τη σκέψη του συγγραφέα, αλλά να συμμετέχει στην ιστορία προβληματιζόμενος για όσα διαβάζει.

Όπως ήταν αναμενόμενο το νέο αυτό μυθιστόρημα έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία. Πρώτος αντέδρασε ο σκληροπυρηνικός Επίσκοπος Καρυστίας, Μακάριος, ο οποίος με ένα άρθρο του στην εφημερίδα Εθνοφύλαξ καταδίκαζε το βέβηλο αυτό ανάγνωσμα. Ακολούθησαν πολλές έγγραφες αναφορές στο θέμα, ώσπου ο Μακάριος κατόρθωσε να πάρει με το μέρος του μεγάλο μέρος του λαού και να φέρει το ζήτημα στην Ιερά Σύνοδο, η οποία το καταδίκασε.

Στις 4 Απριλίου του 1866, λοιπόν, Η Πάπισσα Ιωάννα αφορίστηκε και παράλληλα κλήθηκε το ποίμνιο να μην το διαβάσει, και αν μπορεί να το καταστρέψει ακόμη, γιατί κρινόταν επικίνδυνο για την ψυχική και σωματική υγεία του αναγνώστη(!).

Από την άλλη όμως, υπήρχε και ένα μέρος του πληθυσμού που υποδέχτηκε με ενθουσιασμό το βιβλίο: Οι πικάντικες ιστορίες της ερωτικής πάπισσας σε συνδυασμό με τους τριγμούς που είχε προκαλέσει το όλο θέμα, έκανε το –έστω και περιορισμένο αναγνωστικό κοινό– να διαβάζει με ακόρεστη μανία το βιβλίο, το οποίο περνούσε από χέρι σε χέρι, μιας και τα πρώτα αντίτυπα είχαν πια εξαντληθεί. Όλος αυτός ο ενθουσιασμός έφερνε σε δύσκολη θέση την Εκκλησία.

Σ' αυτό το σημείο αξίζει ίσως να σημειώσουμε και μια παράξενη σύμπτωση: Το 1749 είχε παραπεμφθεί προς αφορισμό και ένας μακρινός συγγενής του Ροΐδη, ο ιερομόναχος Μακάριος Ροΐδης από τη Χίο, ο οποίος πιθανότατα κατηγορήθηκε εξαιτίας των φιλικών σχέσεων που είχε με καθολικούς. Όπως πληροφορούμαστε από το βιβλίο Ιστορία της Χίου του Γ. Ζολώτα και Αιμ. Σάρου (1928, σελ. 783): «Η απολογία του ήτο τόσον ευφράδης, ώστε ο Πατριάρχης καταγοητευθείς τον ηθώωσε και τον προσεκάλεσε να πάρη κάφε εις τα Πατριαρχεία, τιμήν όλως εξαιρετικήν. Κρυφοί τινές εχθροί του τον περιεκύκλωσαν συγχαίροντές τον και του προσέφερον ταμβάκον, φαίνεται δηλητηριασμένον, διότι μόλις ανήλθε την κλίμακα των Πατριαρχείων, κατέπεσε νεκρός. Συνκεκινημένος ο Πατριάρχης έγραψε συλληπητήριον επιστολήν προς τον πατέρα του». Με άλλα λόγια, αφού δεν μπόρεσαν να τον αφορίσουν, τον δηλητηρίασαν…

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης –ευτυχώς– δεν είχε την ίδια τύχη με τον μακρινό συγγενή του. Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν γεμάτα από ζωή και μάλιστα πλούσια, διασκεδάσεις και ερωτικές περιπέτειες. Συνήθιζε να συχνάζει στο χειμερινό θέατρο του Μπούκουρα και στα καλοκαιρινά θέατρα τα οποία βρίσκονταν μεταξύ των Στηλών του Ολυμπίου Διός και του Αρδηττού, στο καφέ Άντρον των Νυμφών, σε εκείνο της Κυρίας Ρομπλέρ και στο Η Ωραία Ελλάς, αλλά και στα βιβλιοπωλεία του Νάκη και του Περή. Όσον αφορά τη συγγραφική του δραστηριότητα, επικεντρωνόταν σε κριτικές μελέτες, σε σατιρικά κείμενα (γνωστά ως «σκαλαθύρματα» = σκαλίζω και παίζω), καθώς και σε γαλλικά άρθρα για την Grèc­e και την Independence Hellénique.

Ο ΡΟΪΔΗΣ, ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το 1873 η μικρή Ελλάδα, που περιελάμβανε ακόμη μόνο τις σημερινές νότιες περιοχές της χερσονήσου του Αίμου (μόλις λίγο πιο βόρεια του Κόλπου της Κορίνθου) και τις Κυκλάδες, είχε πολλές πληγές να αντιμετωπίσει: τη φτώχεια, την έλλειψη έντιμων πολιτικών αντρών, τον αναλφαβητισμό και τη χαμηλής ποιότητας παιδεία, την επιθυμία για γρήγορο πλουτισμό.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, ξέσπασε ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα του 19ου αιώνα, τα λεγόμενα «Λαυριακά»: Μια μεγάλη εταιρεία κυκλοφόρησε τη φήμη ότι τα αρχαία ορυχεία του Λαυρίου έβριθαν από ασήμι το οποίο θα ήταν αρκετό για να κάνει όλους τους Έλληνες που θα αγόραζαν μετοχές ζάπλουτους. Η μανία του εύκολου κέρδους κατέλαβε και τους μεροκαματιάρηδες και τους αστούς αδιακρίτως, ώσπου η όλη ιστορία αποδείχθηκε απάτη οδηγώντας πολλούς ανθρώπους στην οικονομική καταστροφή (σ.σ.: Σας θυμίζει κάτι;)

Στη μανία αυτή δεν αντιστάθηκε ούτε ο Ροΐδης ο οποίος έχασε κατ' αυτόν τον τρόπο τα τρία πέμπτα της περιουσίας του. Από κει και πέρα, λοιπόν, έζησε πολύ συντηρητικά, αφού δεν μπόρεσε ποτέ να ανακτήσει τον προηγούμενο πλούτο του. Μάλιστα, με τη βοήθεια του Τρικούπη, διορίστηκε το 1880 έφορος της Ελληνικής Βιβλιοθήκης, θέση που έχανε κάθε φορά που στην εξουσία ανέβαινε κάποιος πολέμιος του Τρικούπη, όπως ο Δηλιγιάννης, και την ανακτούσε όταν τα πολιτικά πράγματα τον ευνοούσαν. Πολλές ήταν οι φορές που με δυσκολία κέρδιζε τα χρήματα για να συντηρεί τον ίδιο και τη μητέρα του. Η αυτοκτονία του αδερφού του το 1884 λόγω οικονομικής καταστροφής και ο δικός του τραυματισμός (έσπασε το σαγόνι του) όταν τον παρέσυρε μια άμαξα, συνέτειναν στη βαριά ατμόσφαιρα που χαρακτήριζε πια τον βίο του, μέχρι και το τέλος του το 1904.

Μόνη του παρηγοριά ήταν η σατιρική του διάθεση την οποία την εκτόνωνε για κάποιο διάστημα εκδίδοντας με τον Θέμο Άννινο το εβδομαδιαίο σατιρικό περιοδικό Ασμοδαίος. Μια από τις πιο γνωστές σατιρικές ρύσεις του Ροΐδη είναι: «Έκαστος τόπος έχει την πληγή του: η Αγγλία την ομίχλη, η Βλαχία την ακρίδα, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας (ασθένειες των ματιών) και η Ελλάς τους Έλληνας».

Όσον αφορά τα σατιρικά και καυστικά του διηγήματα, αξίζει να ανατρέξει κανείς στο Παράπονο του Νεκροθάπτου, όπου ο αναγνώστης παρακολουθεί την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός δυστυχισμένου ανθρώπου που κράζει γεμάτος απόγνωση «Ανάθεμα εις την πολιτικήν». Αυτός είναι ο Αργύρης Ζώμας, ένας λαϊκός ψαράς ο οποίος αφού πίστεψε τις ψεύτικες υποσχέσεις ενός πολιτικού ότι θα τον διόριζε σε κάποια δημόσια και σίγουρη θέση (σ.σ.: Μήπως αυτό σας θυμίζει κάτι αναφορικά με την ψυχολογία του Νεοέλληνα;), επιδόθηκε σε πολιτικό αγώνα για να τον στηρίξει να βρει ψηφοφόρους και κατόπιν, αφού πούλησε όλη την περιουσία του, πήγε στην Αθήνα με τα επτά παιδιά και τη γυναίκα του περιμένοντας ο πολιτικός να τηρήσει την υπόσχεσή του. Τελικά, αφού του πέθαναν όλα τα παιδιά –άλλα από ασθένειες, άλλο από μια διερχόμενη άμαξα που το παρέσυρε και το σκότωσε, η κόρη του επειδή τη βίασε ο αρραβωνιαστικός που της είχε βρει ο πολιτικός– ο πολιτικός, νιώθοντας κάποιες τύψεις ίσως και πολλή πίεση κυρίως, του πρόσφερε μια θέση κηπουρού, όπως του είπε. Στην πραγματικότητα όμως ήταν θέση νεκροθάφτη. Σε εκείνο το νεκροταφείο ο Αργύρης Ζώμας δεν έθαψε μόνο τα επτά παιδιά του, αλλά και όλα τα όνειρά του και μαζί τις ελπίδες όλων των αγαθών Ελλήνων που πίστευαν ότι θα ήταν ποτέ δυνατόν κάποιος πολιτικός, που προσέβλεπε μόνο στο προσωπικό του συμφέρον εκμεταλλευόμενος την αφέλεια των αγράμματων ανθρώπων, να βοηθήσει και τους ίδιους.

– Πταίεις όμως και συ, του είπα, που ανακατεύθης εις αυτήν. Και συ και όσοι άλλοι μαζεύετε ψήφους και πιστεύετε εις όσα σας λέγουν.

Το επιχείρημά μου, αντί να τον αποστομώση, τον έκαμε να σηκωθή βροντόλαλος και φοβερός. Τα μάτια του εσπιθοβολούσαν και μου έσφιξε τα χέρια που μ' έκαμε να πονέσω.

– Μη το λες, μου είπεν, αυτό, γιατί δε σου κάμνει τιμή. Το «συ φταις γιατί μ' επίστεψες» άφησέ το εις τους λωποδύτες του χρηματιστηρίου. Όσον ευκολώτερα πιστεύομεν και ταχύτερα λησμονούμεν, τόσον μεγαλειτέρα είναι η ασυνειδησία εκείνων που μας απατούν. Όσον πλέον κουτός, άκακος και απονήρευτος είναι ο λαός, τόσον περισσότερον έπρεπε να τον συμπαθούν και να τον λυπούνται, αντί να νομίζουν πως η κουταμάρα και η καλωσύνη του τους δίδει το δικαίωμα να τον γδαίρνουν ως το κόκκαλο, να τον καταδικάζουν εις την βρώμαν, την αρρώστειαν και την ατιμίαν, να φέρνωνται μαζί του καθώς οι άκαρδοι εκείνοι καρραγωγείς, που σκοτώνουν τ' άλογα από το πολύ φόρτωμα και το πολύ ξύλο για το λόγο που δεν δαγκάνουν και δεν κλωτσούν. Αν έχης μέσα στο στήθος σου καρδιά και όχι πέτρα, μη λες πως φταίει ο λαός, αλλά φώναξε μαζί μου «ανάθεμα εις τους λαοπλάνους».

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΔΙΓΛΩΣΣΙΑ

Τα πανεπιστήμια στην Ελλάδα –δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς νομίζω– ελέγχουν σε μεγάλο βαθμό τις πνευματικές κατευθύνσεις και επιλογές των σύγχρονων Ελλήνων, αυτών τουλάχιστον που θέλουν να ονομάζονται «ψαγμένοι». Θυμάμαι καλά ότι όσο ήμουν φοιτήτρια Ελληνικής Φιλολογίας στο Α.Π.Θ., δεν διανοούμουν να διαβάσω άλλα βιβλία πλην των κλασικών της ελληνικής λογοτεχνίας – τα οποία δεν αρνούμαι ότι αγαπώ πολύ και γι' αυτό κατά διαστήματα τα παρουσιάζω μέσα από αυτό το περιοδικό. Όμως τότε οι καθηγητές μου μού ασκούσαν τόση επιρροή που θεωρούσα ατόπημα να διαβάσω κάτι άλλο απ' αυτό που μας προτεινόταν.

Κάτι ανάλογο συνέβαινε και στην εποχή του Ροΐδη: Η ποιητική παραγωγή ήταν ισχνή και κατευθυνόταν αποκλειστικά από τους πανεπιστημιακούς διαγωνισμούς, τον Ράλλειο (1851-1860) και τον Βουτσιναίο (1862-1877). Αιτήματα των ακαδημαϊκών διοργανωτών ήταν ο ελληνοκεντρικός προσανατολισμός και ο σεβασμός της Εκκλησίας και τα μόνα ποιητικά δείγματα που γεννιόνταν ήταν καθαρευουσιάνικοι ρομαντικοί στίχοι που κατά κύριο λόγο μιμούνταν το ύφος του Λόρδου Μπάυρον.

Ο Ροΐδης όμως ήρθε σε σύγκρουση με τους ψευτοποιητές εκείνης της εποχής. Ως υπέρμαχός τους στάθηκε ο Άγγελος Βλάχος. Έτσι το 1877 ξεκίνησε μια φιλολογική έριδα μεταξύ τους, όταν ο Ροΐδης διάβασε την κρίση της επιτροπής για έναν διαγωνισμό δραματικού αγώνα που είχε διοργανώσει ο σύλλογος Παρνασσός. Ο Ροΐδης επισήμανε ότι δεν υπήρχε ούτε σκιά από ποίηση στα διαγωνιζόμενα έργα και δήλωσε ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει κάποιος ποιητής αν δεν γεννηθεί σε μια εποχή πραγματικά «ποιητική» – ένας χαρακτηρισμός που σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να αποδοθεί στην τότε Ελλάδα.

Έναν μήνα μετά ο Άγγελος Βλάχος με δική του ομιλία στην αίθουσα του Παρνασσού απάντησε στις απόψεις του Ροΐδη, αφού ένιωθε και προσωπικά θιγμένος. Έτσι, υποστήριξε τα ακριβώς αντίθετα, ότι δηλαδή υπήρχε ποιητική παραγωγή στη χώρα καθώς και αξιόλογοι ποιητές.

Οι αψιμαχίες συνεχίστηκαν για περίπου έναν χρόνο, δίνοντας την ευκαιρία και στους δύο να εκθέσουν τις απόψεις τους για τον ελληνικό πολιτισμό και προετοιμάζοντας το έδαφος για το νέο που ερχόταν, δηλαδή τη Νέα Αθηναϊκή Σχολή ή αλλιώς Γενιά του 1880.

Μια άλλη σημαντική παράμετρος της προσωπικότητας του Ροΐδη, που είναι και κάπως οξύμωρη, είναι οι γλωσσικές του απόψεις τις οποίες υποστήριξε με διάφορα μελετήματά του: Ενώ δηλαδή έγραφε στην καθαρεύουσα, ο ίδιος ήταν υπέρμαχος του Δημοτικισμού. Μίλησε για τη δυστυχία του Έλληνα λογοτέχνη που ήταν αναγκασμένος να εκφράζεται σε διαφορετική γλώσσα από εκείνη που αισθανόταν, για εκείνους που είχαν καταστήσει τη μητρική γλώσσα συνώνυμη της βαρβαρότητας, αλλά και για την ενωτική δύναμη της δημοτικής γλώσσας η οποία κατόρθωνε να συνδέει στενά όλους τους Έλληνες, όπου κι αν βρίσκονταν, αφού όλοι την ίδια δημοτική χρησιμοποιούσαν στον προφορικό τους λόγο.

Οι ιδέες του εκείνες επηρέασαν τους νέους λογοτέχνες που ως επί το πλείστον εκφράστηκαν στη δημοτική γλώσσα, δίνοντας έτσι ένα αποφασιστικό χτύπημα στη διγλωσσία.

Ο ΡΟΪΔΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Από το 1886 και μετά πολλές Ελληνίδες είχαν αρχίσει να εκδηλώνουν την επιθυμία να σπουδάσουν στα Πανεπιστήμια, κάτι που δεν τους επιτρεπόταν ως τότε. Η Αγγελική Παναγιωτάτου υπήρξε η πρώτη φοιτήτρια Ιατρικής, η οποία έγινε δεκτή στη Σχολή με τον εξής χαιρετισμό που φώναζαν φοιτητές και καθηγητές: «Σκούπα και φαράσι!... Στην κουζίνα, στην κουζίνα!...»

Η Ελένη Παντελίδου αυτοκτόνησε διότι η Ιατρική Αθηνών της απαγόρεψε τη φοίτηση. Στο τελευταίο σημείωμά της η αυτόχειρ έγραφε: «Αυτοκτονώ, διαμαρτυρόμενη διά την αδικίαν. Ο θάνατός μου ας ακουστεί ως κραυγή εις εκείνους οίτινες θεωρούν τη γυναίκα ως μεσαιωνικήν δούλην».

Τα πράγματα όμως σιγά-σιγά βελτιώνονταν και σημαντικό ρόλο προς τη χειραφέτηση των γυναικών έπαιξε Η Εφημερίς των Κυριών, η πρώτη εφημερίδα θηλυκού γένους, της οποίας εκδότρια ήταν η θρυλική Καλιρρόη Παρρέν. Με αυτή την τελευταία και τις Ελληνίδες αρθρογράφους θέλησε να τα βάλει ο Ροΐδης το 1896, αντιμετωπίζοντας όμως εκπλήξεις.

Σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ακρόπολιν σημείωνε μεταξύ άλλων: «Δύο μόνα υπάρχουσι γυναικεία επαγγέλματα, το της οικοκυράς και της εταίρας».

Όπως ήταν φυσικό, οι φεμινίστριες της εποχής άστραψαν και βρόντηξαν. Άλλωστε, δεν είχαν γενικά την καλύτερη γνώμη για τον Ροΐδη, ο οποίος όχι μόνο στην Πάπισσα Ιωάννα, μα και σε άλλα έργα του (π.χ. Ψυχολογία Συριανού Συζύγου) δεν έχανε την ευκαιρία να κατηγορεί το γυναικείο φύλο και να του καταλογίζει διάφορα, με αποτέλεσμα να θεωρείται σήμερα από πολλούς μισογύνης.

Έτσι οι κυρίες της εποχής –μολονότι δεν φέρθηκαν ακριβώς ως κυρίες– του επιτέθηκαν δημοσίως με διάφορα ανώνυμα κείμενα στα οποία τον κατηγορούσαν ότι «έκλεβε» τα έργα άλλων, ξένων συγγραφέων, ότι του είχε πάρει τα μυαλά η περίφημη χορεύτρια Ζαν Δαρράς και ότι… έβαφε τα μαλλιά του.

Με τον ερχομό του 20ού αιώνα όλες οι προηγούμενες έριδες έχασαν αργά ή γρήγορα τη σημασία τους. Η δημοτική έγινε η επίσημη γλώσσα της Ελλάδας, αλλά αυτοί που διαβάζουν συνέχισαν να είναι ελάχιστοι. Οι γυναίκες επίσημα χειραφετήθηκαν, αλλά ολόκληρος ο πληθυσμός άρχισε να χειραγωγείται, όπως έδειξαν οι δυο παγκόσμιοι πόλεμοι. Το χρηματιστήριο και οι πολιτικοί συνέχισαν να εκμεταλλεύονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο τους απλούς ανθρώπους. Θα έλεγε κανείς ότι ο Ροΐδης, οι εχθροί του κι όλες οι ιδέες τους έσβησαν μαζί με τον 19ο αιώνα. Όμως, όπως δείχνει μια πιο προσεκτική ματιά στις ζωές τους, ίσως τίποτα δεν άλλαξε πραγματικά…

Δεν υπάρχουν σχόλια: