30.11.09

Δημοκρατία του Μάλι


η γήινη πατρίδα των Ντόγκον, των παιδιών του διπλού Σείριου
η επικοινωνία με τα πνεύματα και η τέχνη που αφιερώνεται στη λήθη του χρόνου


Θα μεταφερθούμε στην Αφρική, που τόσοι πολλοί διεκδίκησαν στον ρου της Ιστορίας προκειμένου να εκμεταλλευτούν ό,τι όμορφο γεννά αυτός ο τόπος: ανθρώπους, παράξενα ζώα, ορυκτά. Συγκεκριμένα θα κάνουμε μια στάση στη δημοκρατία του Μάλι, μια χώρα με ακαθόριστο σχήμα, που συνορεύει με επτά κράτη (Σενεγάλη, Μαυριτανία, Αλγερία, Δημοκρατία του Νίγηρα, Μπουρκίνα Φάσο, Ακτή του Ελεφαντοστού και Γουινέα). Η χώρα αυτή μοιάζει να ασφυκτιεί στην ηπειρωτική Αφρική και να ζητά απεγνωσμένα μια μικρή διέξοδο στη θάλασσα. Άνυδρη στο μεγαλύτερο μέρος της, η Δημοκρατία του Μάλι κατέχει ένα κομμάτι της μυστηριώδους Σαχάρας και μοναδικός  «λυτρωτής» της είναι ο ποταμός Νίγηρας, που διασχίζει και ξεδιψά το 1/3 της έκτασής της.
Στο αραιοκατοικημένο Μάλι, του οποίου ο μισός πληθυσμός είναι κάτω των 15 ετών, συμβιώνουν δεκάδες φυλές: Ντόγκον, Τουαρέγκ, Μαυριτανοί, Μπαμπάρα, Φουλάνι, Σονιάκε, Μαλίνκε, Σονγκάι, δημιουργώντας έτσι ένα ανθρώπινο μωσαϊκό που φορά χρωματιστά τουρμπάνια κι υφάσματα στα ηλιοκαμένα σώματα· που παίζει εξωτική μουσική και λέει ιστορίες για πνεύματα συνεχίζοντας έτσι την ανιμιστική παράδοση· που μιλά διάφορες διαλέκτους μαζί με τα επίσημα Γαλλικά υπενθυμίζοντας έτσι τη γαλλική αποικιακή εκμετάλλευση και επιβολή που γνώρισε στο πρόσφατο παρελθόν.
Είναι άνθρωποι που από τα προϊστορικά χρόνια κατοικούν στη μαύρη ήπειρο – έχουν βρεθεί απολιθώματα και τοιχογραφίες σε διάφορα σπήλαια και ένας σκελετός του Ανθρώπου του Ασελάρ, που ανακαλύφθηκε από τους M.V. Besnard και Théodore Monod το 1927. Ο σκελετός αυτός θεωρείται ο παλαιότερος Αφρικανός του κόσμου. Οι άνθρωποι αυτοί λοιπόν προσπαθούν να επιβιώσουν εδώ και εκατομμύρια χρόνια πολεμώντας την πείνα και τη δίψα, όσα δηλαδή είναι δεδομένα για τον Δυτικό άνθρωπο.
Στο Μάλι έχουν χτίσει τον ιδιόρρυθμο πολιτισμό τους οι παράξενοι Ντόγκον, μια φυλή που κατοικεί σε μικρά χωριουδάκια στους λόφους και στα όρη της περιοχής Μπαντιαγκάρα. Οι Ντόγκον κατέφυγαν εκεί κατά τον 15ο αιώνα, προκειμένου να αποφύγουν τον υποχρεωτικό εξισλαμισμό και για να διατηρήσουν την ανιμιστική τους θρησκεία (αν και στις μέρες οι περισσότεροι γίνανε τελικά μουσουλμάνοι ή χριστιανοί – διατηρούν όμως παράλληλα και τα πιστεύω της παλιάς τους θρησκείας).
Πάνω από τα χωριά τους εκτείνεται ένας πελώριος καφέ-κίτρινος γκρεμός, στον οποίο υπάρχουν φυσικές εσοχές που δημιουργούν έτσι μικροσκοπικά σπιτάκια, όπου κάποτε κατοικούσαν οι παλαιότεροι κάτοικοι της περιοχής, οι Τέλλεμ. Εκεί οι Ντόγκον τοποθετούν πλέον τους νεκρούς προγόνους τους. Η πρόσβαση στις φυσικές αυτές κοιλότητες γίνεται σε σχοινιά και είναι άκρως επικίνδυνη…
Τα χωριά των Ντόγκον υποτίθεται πως είναι δομημένα με βάση το σχήμα του ανθρώπινου σώματος: στα βόρεια βρίσκονται τα κτίσματα όπου συγκεντρώνονται οι άντρες και συμβολίζουν το κεφάλι, τα σπιτάκια όπου κλείνονται οι γυναίκες κατά την εμμηνορρυσία είναι τα χέρια, ενώ η είσοδος του χωριού ισοδυναμεί με τα γεννητικά όργανα. Ηγέτης του κάθε χωριού είναι ο γηραιότερος απόγονος του κοινού προγόνου όλων των χωριανών, ενώ ο hogon είναι ο πνευματικός ηγέτης κάθε περιφέρειας.
Τα σπίτια των Ντόγκον είναι χαμηλά και κατασκευασμένα από λάσπη, όπως και τα μουσουλμανικά τεμένη –που είναι όμως ψηλότερα–, στα οποία κατά διαστήματα οι πιστοί σκαρφαλώνουν πατώντας σε κάτι ράβδινες προεξοχές, προκειμένου να τοποθετήσουν κι άλλη λάσπη στην κορυφή και στα πλαϊνά, ώστε να διατηρηθεί το κτίσμα και να μην αφεθεί στην αδυσώπητη επίθεση του χρόνου. Αν μάλιστα κάποιος στρουθοκάμηλος αποφασίσει να γεννήσει το αυγό του πάνω στην κορυφή του τεμένους, τότε αυτό θεωρείται ιδιαίτερης αξίας και ιερότητας.
Τα καλοκαίρια, οι Ντόγκον δεν κοιμούνται μέσα στα σπίτια τους, αλλά πάνω στις στέγες των σπιτιών αγκαλιά με τα άστρα… και έτσι, καλυμμένοι από την πυκνή και μόνιμη σκόνη του περιβάλλοντος χώρου, ονειρεύονται... Ο έναστρος ουρανός άλλωστε είναι κάτι πολύ οικείο για τους Ντόγκον, αφού υποστηρίζουν ότι από εκεί και συγκεκριμένα από το διπλό άστρο Σείριο, τους επισκέφτηκαν πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια αμφίβια όντα (αξίζει να σημειώσουμε ότι σχετικά πρόσφατα ο δυτικός κόσμος ανακάλυψε ότι ο Σείριος είναι διπλός – οι Ντόγκον όμως το γνώριζαν χιλιάδες χρόνια πριν). Προς ανάμνηση εκείνης της μυστηριώδους εμφάνισης, οι Ντόγκον κάνουν μια τελετή, τη signi, κάθε εξήντα χρόνια, όταν ο Σείριος εμφανίζεται μεταξύ δυο βουνοκορφών. Τρεις μήνες πριν από την τελετή οι άντρες της φυλής απομονώνονται και συζητούν σε μια μυστική γλώσσα που μόνον εκείνοι καταλαβαίνουν – ίσως να είναι η γλώσσα που μιλάνε οι κάτοικοι του Σείριου…
Κάτι άλλο για το οποίο φημίζονται οι Ντόγκον είναι οι ιδιαίτερες μάσκες τους, που είναι κατασκευασμένες από ξύλο, ύφασμα και άχυρο. Αυτές τις φοράνε κυρίως σε τελετές ενταφιασμού προκειμένου να προσελκύσουν το πνεύμα του νεκρού να εγκατασταθεί στη μάσκα και να  μην καταλάβει κάποιον άλλον άνθρωπο. Άλλες μάσκες τοποθετούνται στα σπίτια για να προστατέψουν τους νοικοκύρηδες από δαιμονικά πνεύματα.
Άριστης τεχνοτροπίας είναι και οι ξύλινες πόρτες των Ντόγκον, στις οποίες απεικονίζονται οι πρόγονοι, αρχετυπικές μορφές από τη μυθολογία τους, ηλιακές σαύρες κ.ά., τα οποία προστατεύουν τις εισόδους των κτισμάτων. Ακόμα, οι πατέρες είναι υποχρεωμένοι να φτιάξουν και να δωρίσουν μια τέτοια πόρτα στις κόρες τους, μετά την πρώτη τους εμμηνορρυσία. Στο εξής και αφού παντρευτούν, οι γυναίκες τοποθετούν αυτή την πόρτα έξω από τα καταλύματά τους κάθε φορά που βρίσκονται σε περίοδο εμμηνορρυσίας, ώστε να μην τις πλησιάζουν οι άντρες.
Σε μερικά χωριά οι Ντόγκον αφήνουν την προστασία τους στους κροκόδειλους ή στα φίδια. Συγκεκριμένα, λένε ότι όταν κάτι κακό πρόκειται να συμβεί στο χωριό, οι κροκόδειλοι τρέχουν και βουτάνε με δύναμη στο νερό, ενώ τα φίδια  έχουν ανθρώπινα μάτια και όταν το κακό πλησιάζει αρχίζουν να κλαίνε όπως οι άνθρωποι. Οι κάτοικοι για να ευχαριστήσουν αυτά τα όντα τα ταΐζουν συχνά με χήνες και εκείνα ποτέ δεν πειράζουν τους ανθρώπους και ιδίως τα παιδιά.
Σε κάποιες άλλες περιοχές του Μάλι κυριαρχεί το κόκκινο χώμα, η άμμος και το γκρι τοπίο. Τα άγρια ζώα συμβιώνουν με τους ανθρώπους, οι νομάδες Τουαρέγκ ταξιδεύουν με τα καραβάνια τους μέσα στην έρημο κουβαλώντας αλάτι και millet από το οποίο φτιάχνουν διάφορα εδέσματα, αλεύρι και μπύρα. Οι γυναίκες φοράνε λαμπερά ρούχα και κοσμήματα και προκαλούν απορία με το μυστήριο που κουβαλάνε. Στις όχθες του Νίγηρα, στα λιγοστά εύφορα μέρη, δεσπόζουν χωράφια καλλιεργημένα με κρεμμύδια και μέσα στα νερά του ποταμού, οι ψαράδες αναζητούν την καθημερινή τροφή τους. Πού και πού συναντάς και μεμονωμένους τουρίστες που δεν φοβούνται τις ασθένειες και την εγκληματικότητα που υπάρχει στο Μάλι. Έχοντας μαζί τους έναν ντόπιο οδηγό, ένα σακίδιο και μια φωτογραφική μηχανή προσπαθούν να αποτυπώσουν λίγη από τη σαγήνη της Αφρικής.
Αυτό είναι το Μάλι λοιπόν, μια χώρα με σκόνη και λάσπη στην επιφάνειά της και γεμάτη σίδηρο, χαλκό, χρυσάφι και νικέλιο στα σπλάχνα της,  τα οποία όμως οι Μαλινέζοι δεν τα εξορύσσουν, αλλά τα αφήνουν στη μητέρα γη. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι δεν βιάζονται, έχουν επίγνωση της εφήμερης ύπαρξής μας και δεν τους μέλλει αν σκαλίσουν την τέχνη και την αγωνία τους σε ανθεκτικά ή μη υλικά. Κι έτσι προτιμούν τα φθαρτά, αυτά που αφήνονται στη λήθη. Κι ας τους θεωρούν οι Δυτικοί άνθρωποι υποανάπτυκτους για αυτήν τους τη συνήθεια. Και τι έγινε; Εκείνοι θα συνεχίσουν την πορεία τους ακολουθώντας τους δικούς τους ρυθμούς και φτιάχνοντας αέναα τα έργα τέχνης τους πάνω στο ξύλο, αέναα… όσο οι μαύρες και περήφανες φυλές τους θα επιβιώνουν στον πλανήτη μας...





Δεν υπάρχουν σχόλια: