16.11.09

Ο ΑΠΟΚΟΠΟΣ




ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΕΝΟΣ ΟΝΕΙΡΙΚΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΥ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΗΣ ΓΗΣ






Έχω παρατηρήσει ότι οι περισσότεροι Έλληνες γνωρίζουμε ελάχιστα για την ελληνική γραμματειακή μας παράδοση. Η άποψή μας για τα ελληνικά γραπτά μνημεία περιορίζεται στα ομηρικά έπη, στα μεγαλειώδη έργα του 5ου αιώνα π.Χ., στα δημοτικά τραγούδια, σε λίγα και ενδεικτικά ποιήματα του Σολωμού, του Παλαμά, του Καβάφη, του Σεφέρη και του Ελύτη (ουσιαστικά σε αυτά που έχουμε διδαχτεί στο σχολείο). Στο μεταξύ όμως έχουν παρεμβληθεί εκατοντάδες χρόνια, για τα οποία δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα. Πού είναι το Βυζάντιο; Πού είναι τα εξαίσια έργα της Κρητικής Αναγέννησης; Πού είναι ο 19ος αιώνας; Σιωπή! Ένας στίχος του Σεφέρη μού έρχεται στο μυαλό: «Κανείς δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη!». Ναι, ίσως να είναι δίκαιο για μερικούς να αποσιωπούν τα αριστουργήματα αυτά, γιατί σε μερικά προβάλλονται παρωχημένες ιδέες, γιατί σε άλλα τονίζεται υπέρ το δέον το χριστιανικό στοιχείο, γιατί για κάποιους η λογοτεχνικότητά τους κρίνεται κατώτερη άλλων πιο σύγχρονων ή πιο αρχαίων κειμένων, ίσως… δεν ξέρω.

Κι όμως σ' αυτά τα γραπτά μνημεία που δεν τα πιάνει το μάτι σου ή που μοιάζουν λίγο ανιαρά στην αρχή, μπορείς να ανακαλύψεις σπουδαίες πληροφορίες, όμορφες ιστορίες, μια Ελλάδα μυστική και μαγική κι ονειρική, αλλά και ρεαλιστική, διαφορετική, πρωτοφανέρωτη…


Έτσι λοιπόν, κατά τη διάρκεια των σπουδών μου –που σχετίζονται με την αρχαία και τη νέα ελληνική γραμματεία– ανακάλυψα ένα μεσαιωνικό ποιητικό κείμενο, άγνωστο στον πιο πολύ κόσμο, το οποίο και αποφάσισα να σας παρουσιάσω. Πρόκειται για τον Απόκοπο του Μπεργανδή. Είναι ένα σύντομο ποιητικό κείμενο (μόλις 490 στίχοι), γραμμένο στην «κοινή της δημώδους βυζαντινής λογοτεχνίας με πολλούς αρχαϊσμούς και πολλά στοιχεία της μητρικής γλώσσας του ποιητή, δηλαδή του κρητικού ιδιώματος», όπως σημειώνει ο φιλόλογος Στυλιανός Αλεξίου. Ο στίχος του είναι δομημένος στο μέτρο του βυζαντινού δεκαπεντασύλλαβου, ενώ παρουσιάζει ομοιοκαταληξία σε κάθε δίστιχο. Το έργο χρονολογείται στα τέλη του 15ου αιώνα μ.Χ. και σ' αυτό ούτε λίγο, ούτε πολύ περιγράφεται η ονειρική κάθοδος ενός ανθρώπου στην Κούφια Γη, στο βασίλειο του Άδη όπου κατοικεί το σκοτάδι, η μοναξιά, οι σκιές των νεκρών ανθρώπων οι οποίοι νοσταλγούν τα χρόνια της ζήσης τους…






ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΠΕΡΓΑΝΔΗ

Ελάχιστα γνωρίζουμε για τον ποιητή του Απόκοπου. Το όνομα αυτό μπορεί κανείς να το συναντήσει ακόμη σε κρητικές οικογένειες, ενώ μια σαφή καταγραφή των Μπεργανδήδων έχουμε στους καταλόγους των ευγενών Βενετών (Nobili Veneti) του 1644 που κατοικούσαν στο Ρέθυμνο. Στην οικογένεια αυτή αναφέρεται και ο Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής στο έργο του Κρητικός Πόλεμος. Τις παραπάνω πληροφορίες αντλούμε από την εισαγωγή της κριτικής έκδοσης του Απόκοπου, συνταγμένη από τον καθηγητή Στυλιανό Αλεξίου, εκδόσεις Εστία.






Ο ΑΠΟΚΟΠΟΣ ΠΕΦΤΕΙ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΥ

Το ποίημα είναι μια ονειρική αφήγηση. Ο ποιητής επιλέγει να διηγηθεί την κατάβασή του στον Άδη σαν να 'ταν όλα ένα όνειρο. Πολλές εικασίες μπορούμε να κάνουμε: Είτε ότι όλα όσα γράφει τα είδε πράγματι στον ύπνο του, κράτησε σημειώσεις στο ονειρολόγιό του και κατόπιν συνέθεσε το ποίημά του. Είτε ότι αντλεί την ιστορία του από κάποιο άλλο δυτικό έργο, το οποίο το ανασκευάζει προσπαθώντας η μίμηση του πρωτοτύπου να είναι όσο το δυνατόν πιο δημιουργική – συνήθεια πολύ διαδεδομένη την εποχή εκείνη. (Οι μελετητές έχουν υποστηρίξει κατά καιρούς διάφορα κείμενα τα οποία είναι πιθανόν να είχε υπόψη του ο Μπεργανδής πριν συνθέσει τον Απόκοπο: Άλλοι εντόπισαν ομοιότητες με τη Θεία Κωμωδία του Δάντη, άλλοι υποστήριξαν ότι εμπνεύστηκε από την Οδύσσεια και την Αινειάδα, άλλοι από τα δημοτικά τραγούδια που μιλούν για τον Χάρο και άλλοι ότι δανείζεται κάποιες εικόνες από το μεσαιωνικό μυθιστόρημα Βαρλαάμ και Ιωάσαφ). Είτε ότι ο Μπεργανδής είχε υπόψη του ότι στην Ελλάδα υπήρχαν και υπάρχουν πολλές πύλες που οδηγούν στον Κάτω Κόσμο, όπου κατά την αρχαιότητα γίνονταν μυητικές τελετές και που στις μέρες μας έχουν επτασφραγιστεί. Επειδή όμως και τότε τέτοια πράγματα απαγορευόταν να τα λες ανοιχτά, φρόντισε ο ποιητής μας να τα πει συγκαλυμμένα και να τα εντάξει στην ονειρική του αφήγηση, όπου –ως γνωστόν– όλα επιτρέπονται…

Για να παρακολουθήσουμε, όμως, την εξέλιξη του ονείρου: Ο ποιητής ξεκινά τη διήγησή του με τη φράση «Μιάν από κόπου ενύσταξα, να κοιμηθώ εθυμήθην· έθεκα στο κλινάρι μου κ' ύπνον αποκοιμήθην». Ξαφνικά ο αφηγητής βρίσκεται σε έναν άλλον κόσμο, τον κόσμο των ονείρων, μαγικό και πανέμορφο. Ζωσμένος με τ' άρματά του και ιππεύοντας τ' άλογό του, κυνηγά μια ελαφίνα. Αναπάντεχα, βλέπει μπροστά του ένα δέντρο πάνω στο οποίο υπάρχουν μέλισσες και πουλιά που κελαηδούν. Ο αφηγητής δεν μπορεί ν' αντισταθεί στις λιχουδιές που 'χει πάνω του το δέντρο κι έτσι λαίμαργα σκαρφαλώνει στον κορμό του κι αρχίζει να τρώει το μέλι μιας κυψέλης. Τότε είναι που παρατηρεί πως στην άκρη του κορμού βρίσκονται δυο ποντικοί, ένας μαύρος κι ένας άσπρος, που αρχίζουν να ροκανίζουν το δέντρο. Εκείνος, όμως, συνεχίζει να γεύεται αχόρταγα το μέλι αδυνατώντας να πάρει την απόφαση να κατεβεί και να σωθεί. Τελικά, εντελώς ξαφνικά, το δέντρο αλλάζει θέση και βρίσκεται να ακουμπά στην άκρη ενός γκρεμού. Καθώς λυγίζει και πέφτει στον πάτο του γκρεμού, ο αφηγητής διαπιστώνει ότι εκεί τον περιμένει ένας δράκοντας μ' ανοιχτό το στόμα:

«Λοιπόν το δέντρο έπεσε κ' εγώ μετ' αύτο επήγα / και τα πουλιά επετάξασιν κ' οι μέλισσες εφύγα και εφάνη μ', εκατάντησα στου δράκοντος το στόμα / κι εμπήκα εις μνήμα σκοτεινό, εις γην κι ανήλιον χώμα».

Ο αφηγητής μας βρίσκεται ζωντανός στο βασίλειο των νεκρών, οι οποίοι ευθύς αντιλαμβάνονται την παρουσία του και τον προσεγγίζουν για να μάθουν ποιος είναι, αφού ο νεοφερμένος φέρνει μαζί του τη ζωή, τις μυρωδιές και τις χαρές του επάνω κόσμου. Από το πλήθος των ψυχών ξεχωρίζουν δυο αδέλφια. Οι νεκροί ζητούν να μάθουν αν είναι τα πράγματα έτσι όπως τ' αφήσανε και κυρίως αν τους θυμούνται οι δικοί τους άνθρωποι. Στη συζήτηση που ακολουθεί ο αφηγητής τούς πληροφορεί ότι οι ζωντανοί δεν θυμούνται τους πεθαμένους και ότι έχουν ξαναφτιάξει τη ζωή τους. Κατόπιν ακολουθούν οι θρήνοι των νεκρών και η ιστορία θανάτου των δύο αδελφών, τα οποία χάθηκαν σε ναυάγιο καθώς ταξίδευαν για να επισκεφτούν την αδελφή τους που 'ταν παντρεμένη μακριά. Τη στιγμή του ναυαγίου μάλιστα, η αδελφή τους βλέπει τη συμφορά σε όνειρο και πεθαίνει κι η ίδια με το παιδί που κυοφορούσε μέσα της. Η τραγική συνειδητοποίηση είναι ότι τα αδέλφια αυτά δεν μπορούν να προσδιορίσουν το πότε συνέβη το τραγικό γεγονός που βύθισε τους γονείς τους στο πένθος, αφού ο χρόνος δεν υπάρχει στον Κάτω Κόσμο:

«… στον Άδη τον πικρόν ήλιος ου ανατέλλει / ουδέ το φέγγος του ουρανού το ξέλαμπρον του στέλλει. / Χρόνος εδώ ου γίνεται, ημέρα ου χωρίζει, / αλλά το σκότος τ' άμετρον τρέχει και ομπρός τανύζει».

Μετά την ιστορία αυτή ο αφηγητής ανυπομονεί να επιστρέψει στον Επάνω Κόσμο, τρέχει προς το φως, ενώ τον ακολουθεί πλήθος νεκρών οι οποίοι επιθυμούν να του δώσουν γραπτά μηνύματα για τους δικούς τους.






ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΤΟΥ ΑΠΟΚΟΠΟΥ

Θα μειώναμε πολύ τον Απόκοπο, αν τον αντιμετωπίζαμε απλώς ως μία ονειρική αφήγηση που έχει στόχο να προβάλει τις χαρές της επίγειας ζωής. Ο Απόκοπος, πολύ περισσότερο, είναι ένα κείμενο δουλεμένο με πολλούς αποκρυφιστικούς συμβολισμούς, οι οποίοι αντικατοπτρίζουν μεσαιωνικές δοξασίες. Ο Μπεργανδής μάς δίνει την εντύπωση ενός μορφωμένου ανθρώπου που γνώριζε καλά πώς να στήσει την ονειρική αφήγησή του. Ας ακολουθήσουμε λοιπόν τα σύμβολα που «σχεδίασε» ο Μπεργανδής στο χειρόγραφό του κι ας επιχειρήσουμε να τα ερμηνεύσουμε…

Όνειρο: Συχνά οι φανταστικές διηγήσεις εξελίσσονται στον κόσμο των ονείρων. Ίσως έτσι είναι πιο εύκολο να ειπωθούν αλήθειες ή σκέψεις με τρόπο συγκαλυμμένο. Συχνά στον ύπνο μας ονειρευόμαστε τόπους λίγο πολύ γνωστούς οι οποίοι αλλάζουν υπό την επιρροή της ψυχολογικής μας κατάστασης ή των συναισθημάτων μας.

Το Κυνήγι στο Ονειρικό Δάσος: Κατά τον φιλόλογο Arnold Van Gemert, η περιδιάβαση στο ονειρικό δάσος συμβολίζει τα στάδια της επίγειας ζωής του ανθρώπου: Στην αρχή είναι νέος και κυνηγά τη ζωή (…πουρνόν του τρέχειν ήρχισα…), κατόπιν στη μέση ηλικία προχωρά με βήμα σταθερό απολαμβάνοντας τα καλά της ζωής (…κ' ετσάκισεν το σταύρωμαν η μέρα…) και στα γηρατειά του απολαμβάνει ακόμα κάποιες απολαύσεις της ζωής (και προς την δείλην έσωσα στους λιβαδιού τη μέση…), ώσπου ξαφνικά τον αρπάζει ο θάνατος πριν ακόμα προλάβει να καταλάβει τι έχει γίνει (η πτώση του στο στόμα του δράκου).

Το Δοξάρι: Ο αφηγητής στον Απόκοπο κυνηγά μια ελαφίνα με ένα δοξάρι (τόξο). Εδώ συμβολίζεται η ερωτική διάθεση στα χρόνια της νιότης, όταν ο νεαρός άντρας αναζητά την ερωτική σύντροφό του. Το τόξο είναι ένα καθαρά φαλλικό σύμβολο το οποίο παραπέμπει στη σεξουαλική πράξη και τη γονιμοποίηση της γυναίκας.

Η Ελαφίνα: Πιθανότατα συμβολίζει το αντικείμενο του ερωτικού πόθου, το οποίο προσπαθεί ο νεαρός άντρας να κατακτήσει. Η ελαφίνα, όμως, εκτός από ερωτικό σύμβολο, είναι και ηθικό. Στη χριστιανική διδασκαλία αντιπροσωπεύει την Εκκλησία, την καλοσύνη, την ντροπαλοσύνη. Επομένως, σύμφωνα και με την ερμηνευτική προσέγγιση του φιλολόγου Πάνου Βασιλείου, «το μοτίβο του "κυνηγιού του ελαφιού" συμβολίζει την επίπονη και, πολλές φορές, άστοχη επιδίωξη του ανθρώπου για κατάκτηση της αρετής».

Το Δέντρο: Μετά το ανεπιτυχές κυνήγι της ελαφίνας, ο αφηγητής βρίσκεται σ' ένα λιβάδι όπου υπάρχει ένα θαυμάσιο δέντρο. Η πρώτη συνειρμική σκέψη που μας έρχεται στο νου είναι το δέντρο του καλού και του κακού, που ήταν στο κέντρο του χαμένου παραδείσου – άλλωστε και το δάσος στο οποίο κυνηγά ο αφηγητής άνετα παραπέμπει στις ειδυλλιακές περιγραφές του παραδείσου που έχουμε ακούσει κατά καιρούς. Πέραν τούτου, όμως, θα μπορούσε να είναι και το δέντρο της ζωής στο οποίο υπάρχουν κάθε λογής απολαύσεις έτοιμες να τις γευτεί ο άνθρωπος.

Τα Πουλιά: Στα κλαδιά του δέντρου υπάρχουν πουλιά που κελαηδούν χαρούμενα. Τα πετούμενα του ουρανού συμβολίζουν την ελευθερία, τον έρωτα, αλλά και τις σαρκικές απολαύσεις, τους πολλούς ερωτικούς συντρόφους και τον άσβηστο πόθο για ερωτικές περιπέτειες, που μπορεί να είναι πολλές στη ζωή ενός ανθρώπου.

Οι Μέλισσες – το Μέλι: Στο δέντρο υπάρχει και ένα μελίσσι γεμάτο με γλυκό, άγριο μέλι. Ο αφηγητής αψηφώντας τις μέλισσες που τον τσιμπούν συνεχώς επιδίδεται στην αχόρταγη βρώση της Θείας λιχουδιάς. Σαφώς το μέλι συμβολίζει τις υλικές απολαύσεις, ενώ οι μέλισσες είναι πιθανότατα τα εμπόδια, οι κοινωνικές συμβάσεις που αποτρέπουν τον άνθρωπο από το να χαρεί στον επίγειο ηδονικό κόσμο. Ως γνωστόν οι μέλισσες θεωρούνται ζώα παρθενικά, εργατικά, ταγμένα στην τάξη και το καθήκον, υπερασπίστριες των ηθικών αξιών.

Οι Ποντικοί: Οι δύο ποντικοί, ο άσπρος και ο μαύρος που ροκανίζουν τον κορμό του δέντρου συμβολίζουν τη μέρα και τη νύχτα. Οι ποντικοί αυτοί απεικονίζονται σ' έναν ζωγραφικό πίνακα του Jacopo del Sellaio, καθώς και στο βυζαντινό μυθιστόρημα Βαρλαάμ και Ιωάσαφ.

Ο Δράκος: Ο Αρτεμίδωρος ο Δαλδιανός στα Ονειροκριτικά του γράφει: «Ο δράκος στο όνειρο αντιπροσωπεύει τον κυβερνήτη, τον Μέγα Κύριο ή οποιοδήποτε πρόσωπο με εξουσία». Επιπλέον, ο δράκοντας παραπέμπει στον όφι που εξαπάτησε την Εύα και είχε ως αποτέλεσμα τον διωγμό του ανθρώπου από τον παράδεισο. Στον Απόκοπο, φαίνεται να συμβολίζει τον θάνατο, ο οποίος είναι αναμφισβήτητα εξουσιαστής του κόσμου τούτου, αφού καταβροχθίζει κάθε ζωντανό πλάσμα.

Ο Κάτω Κόσμος: Ο αφηγητής, αφού εισέλθει στο στόμα του δράκοντα, καταλήγει στο εσωτερικό της γης, στο κόσμο των νεκρών. Θα περιμέναμε –μιας και το έργο είναι μεσαιωνικό– η μετά θάνατον ζωή να σχετίζεται με τις χριστιανικές δοξασίες, κατά τις οποίες ο Άδης έχει νικηθεί και ο άνθρωπος απολαμβάνει τη μακαριότητα της μεταθανάτιας ζωής. Αντιθέτως, η περιγραφή παραπέμπει στις αρχαιοελληνικές και νεοελληνικές δοξασίες περί θανάτου (όπως παρουσιάζονται στα δημοτικά τραγούδια). Όπως σημειώνει και ο Στυλιανός Αλεξίου: «Ο Άδης του είναι ο νεοελληνικός Άδης, δηλαδή απλή άρνηση των εννοιών της ζωής, της μέρας και της νύχτας, του χρόνου, του ήλιου και της ομορφιάς. Για τον Μπεργανδή ο θάνατος δεν είναι τόσο η διάλυση του φυσικού οργανισμού, όσο η απόλυτη απουσία από τη ζωή και από τη μνήμη. Αυτή την έννοια έχει και η επιμονή του στο θέμα της λήθης των νεκρών. Όπως για τον ελληνικό λαό γενικά, έτσι και για τον ποιητή του Απόκοπου, ο νεκρός δεν είναι το παραδεδομένο στη σήψη πτώμα, αλλά ένας ήσκιος. Οι δυο νέοι που συναντά ο αφηγητής στον Άδη, εξακολουθούν και εκεί να είναι "νέων σκιές", σκιές που θυμούνται και που θέλουν να τις θυμούνται». Έτσι λοιπόν κυριαρχούν το σκότος, οι δαιμονικές μορφές, οι σκιές, η θλίψη και οι αναμνήσεις του πρότερου βίου. Η επίγεια ζωή με τις χαρές και τις απολαύσεις της εξυμνείται, ενώ η μετάβαση στον Άδη παρουσιάζεται τραγική. Θα λέγαμε ότι στο σημείο αυτό το όνειρο εξελίσσεται σε εφιάλτη.






ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΗΣ ΓΗΣ

Η παραμονή του αφηγητή στο βασίλειο των νεκρών θυμίζει την κατάβαση του Οδυσσέα, αλλά και του Αινεία στον Κάτω Κόσμο. Θυμίζει ακόμη τις θεωρίες περί πυλών στο εσωτερικό της γης, οι οποίες οδηγούσαν σε παράξενα και άγνωστα μέρη. Είναι άλλωστε γνωστές οι τελετές που γίνονταν σε τέτοιες περιοχές και οι οποίες –χωρίς βεβαίως να γνωρίζουμε τίποτα με βεβαιότητα– μυούσαν τους υποψηφίους σε γνώσεις και μυστήρια άφατα. Φαίνεται λοιπόν ότι ο Μπεργανδής γνώριζε (άμεσα ή έμμεσα από μεταγενέστερες αναφορές σε αυτά) όλο αυτό το γραμματειακό και μυστικιστικό παρελθόν και γι' αυτό το εκμεταλλεύεται στο έργο του.

Όσον αφορά το περιστατικό του θανάτου των δυο αδελφών που πλησιάζουν τον αφηγητή και του λένε την ιστορία τους, παρουσιάζει ομοιότητες με το αντίστοιχο περιστατικό του θανάτου του Παλίνουρου στην Αινειάδα του Βιργιλίου και την κατάβασή τους στον Κάτω Κόσμο (τόσο ο Παλίνουρος, όσο και τα δυο αδέλφια χάνονται σε ναυάγιο). Ενώ οι δαιμονικές μορφές που περιγράφονται να φυλούν τον Άδη («…και εις ώραν ολιγούτσικην πέντε διά μιας εσώσαν / κι έρικταν εκ το στόμα τους πύρινον έξω γλώσσαν, / αρματωμένοι, πτερωτοί, αγριώτατοι και μαύροι, / κι είχαν την όψιν άσχημον, μαύρην ωσάν σινάβριν. / Πόδια κι ανύχια και πτερά σαν νυχτερίδας είχαν / και άγρια μας ελάλησαν, θρασέα μας εσυντύχαν) προσομοιάζουν με τους δαίμονες που κατοικούν στον αρχαιοελληνικό Άδη και οι οποίες οδηγούν τις ψυχές για να δικαστούν.

Τέλος, αξίζει να σταθούμε και σε μιαν άλλη διάσταση του κειμένου, τη σατιρική. Όταν οι νεκροί ρωτούν τον αφηγητή αν οι γυναίκες και οι μάνες τους τούς θυμούνται ακόμα, εκείνος δεν διστάζει να στραφεί εναντίον των χηρών και των παπάδων. Λέει, λοιπόν, ότι οι χήρες είτε ξεχνούν γρήγορα τους νεκρούς συζύγους τους και παντρεύονται άλλους, είτε σκορπούν όλη την περιουσία των αντρών τους κάνοντας δωρεές στην Εκκλησία, παρασυρόμενες από τις προτροπές των παπάδων. Οι μόνες γυναίκες που εξυμνούνται για την αρετή τους είναι οι μητέρες των νεκρών που κρατούν τη θύμησή τους ζωντανή.







6 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

παρα πολυ καλη η αναλυση του ποιηματος~! με εχει βοηθησει στην κατανοηση του, τωρα που το εχω στην εξεταστικη! ευχαριστω πολυ! =]

Ειρήνη Μαραγκόζη είπε...

Να είσαι καλά! Εύχομαι επιτυχία στην εξεταστική σου και γενικά στις σπουδές σου.

Ανώνυμος είπε...

θα συμφωνησω με τον προλαλυσαντα.Και για εμένα ήταν ειλικρινά μια μεγάλη βοήθεια για την κατανόηση και την ερμηνεία του.Να είσαι καλά.
Καλή δύναμη.

Ανώνυμος είπε...

ευχαριστω πολυ!!!ηταν σπουδαια η βοηθεια που μου προσφερε το κειμενο σου στην εργασια που ειχα για το σχολειο μου!!!

Ειρήνη Μαραγκόζη είπε...

Να είσαι καλά!
Μήπως θα μπορούσες να μου πεις τι είδους εργασία σάς ανέθεσαν στο σχολείο αναφορικά με τον "Απόκοπο"; Ευχαριστώ.

Ανώνυμος είπε...

συγχαρητηρια...η αναλυση του κειμενου ειναι αψογη και με βοηθησε να κατανοησω αυτο το υπεροχο ποιημα...που δεν ειχα καταλαβει στο πανεπιστημιο!!!!