29.11.09

ΟΣΚΑΡ ΓΟΥΑΪΛΝΤ (1854-1900)



Ο Όσκαρ Γουάιλντ, ο γνωστός λογοτέχνης και δανδής, γεννήθηκε το 1854 στο Δουβλίνο. Ο πατέρας του ήταν διάσημος γιατρός, ο οποίος ερευνούσε παράλληλα τις παραδόσεις, την αρχαιολογία και τους μύθους των Κελτών· ενώ η μητέρα του ήταν η γνωστή ποιήτρια της εποχής Σπεράντζα. Και οι δυο γονείς του άσκησαν μεγάλη επίδραση στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και των ενδιαφερόντων του Γουάιλντ, ο οποίος από μικρός φανέρωσε την κλίση του στα γράμματα. Είναι γνωστό ότι η Σπεράντζα οργάνωνε κάθε εβδομάδα συγκεντρώσεις στο σπίτι τους, στις οποίες προσκαλούσε διάσημους λογοτέχνες και συζητούσαν για την Τέχνη και τον Πολιτισμό. Σε αυτές τις συναθροίσεις ο Γουάιλντ ήταν πάντοτε παρών και με παρότρυνση των γονιών του, έλεγε τη γνώμη του, αλλά και διασκέδαζε τους παρευρισκόμενους με τις ευφυείς και ζωντανές αφηγήσεις του.

Το 1871 ο Γουάιλντ ξεκίνησε τις κλασικές σπουδές του στο Κολέγιο Τρίνιτι του Δουβλίνου. H Ιδιαίτερη αγάπη του για την αρχαία Ελληνική γλώσσα τον οδήγησε να κερδίσει μια διάκριση σχετική με την αρχαιομάθεια και κατόπιν μια υποτροφία για το Κολέγιο Μάγκνταλεν στην Οξφόρδη. Γρήγορα ξεχώρισε από τους άλλους συμφοιτητές του χάρη στη μοναδική ιδιοφυία και οξυδέρκειά του. Τότε, συντροφιά με έναν καθηγητή του, με τον οποίο μελετούσαν συστηματικά την αρχαία ελληνική γραμματεία, ξεκίνησε μια περιοδεία στην Ελλάδα για να γνωρίσει τον τόπο, όπου είχαν ζήσει ο αγαπημένοι του συγγραφείς.
Παράλληλα ο Γουάιλντ παρακολουθούσε στενά τις εξελίξεις στο χώρο της λογοτεχνίας και ειδικότερα το αισθητικό κίνημα, που είχε ως σύνθημά του την εποχή εκείνη το περίφημο μότο «η Tέχνη για την Tέχνη».  Το λογοτεχνικό του ταλέντο αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά το 1878, όταν κέρδισε το πολυπόθητο βραβείο Νιούντιγκεϊτ για το ποίημά του Ραβέννα.
 

Την επόμενη χρονιά εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου ξεκίνησε μια έντονη ζωή: Γρήγορα κατόρθωσε να γίνει μέλος της υψηλής κοινωνίας της πρωτεύουσας και να κερδίσει μια θέση σε όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις, όπου ξεχώριζε με το σπινθηροβόλο του πνεύμα και προκαλούσε με το εκκεντρικό ντύσιμό του: το εστετίστικό του κοστούμι με το βελούδινο σακάκι, το κοντό ως το γόνατο παντελόνι και οι μεταξωτές του κάλτσες γρήγορα έγιναν αντικείμενο σάτιρας από τη συντηρητική βικτοριανή Αγγλία. Όμως όλα αυτά δεν φαίνονταν ικανά να βλάψουν μια τέτοια μοναδική ιδιοφυία. Έτσι το 1882 ξεκίνησε μια περιοδεία στη Βόρεια Αμερική, όπου με το ίδιο μοναδικό του στιλ, έδινε διαλέξεις για το Ωραίο και την Τέχνη: Μίλησε σε πάνω από εβδομήντα πόλεις με μεγάλη επιτυχία. Το πιο ενδιαφέρον ήταν ότι το κοινό του αποτελούνταν από ετερόκλητα στοιχεία: Από ανθρώπους της υψηλής τάξης μέχρι Μορμόνους, αργυροθήρες του Κολοράντο και αγρότες του Κάνσας.

Το 1884 παντρεύτηκε την Κόνστανς Λόιντ και απέκτησε δύο παιδιά, τα οποία υπεραγαπούσε. Αφιερωμένα σε αυτά είναι τα περίφημα λυρικά και συμβολικά παραμύθια που έγραψε και εξέδωσε εκείνη την εποχή. Στο μεταξύ ο Γουάιλντ εργαζόταν ως κριτικός τέχνης και ως αρχισυντάκτης του περιοδικού Γούμανς Γουόρλντ (Woman’s World).
Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Γουάιλντ ήταν μελετητής του υπερφυσικού και πίστευε στις κακές δυνάμεις που περιβάλλουν τη ζωή μας, καθώς και στην πρόβλεψη του μέλλοντος. Ο ίδιος μάλιστα υποστήριζε ότι τόσο η μητέρα του, όσο και η σύζυγός του, τον επισκέφτηκαν νοερά την παραμονή του θανάτου τους, μολονότι και στις δυο περιπτώσεις απείχε μίλια μακριά και απ’ τις δύο. Το ενδιαφέρον του αυτό για το υπερφυσικό τού το είχε μεταδώσει η μητέρα του, που του μιλούσε συχνά για τις μυθικές παραδόσεις, αλλά και για τον θείο της, τον Τσαρλς Ματούριν, ο οποίος ήταν ένας από τους πρώιμους συγγραφείς των ιστοριών Φαντασίας και Τρόμου στην Αγγλία. Επιπλέον, ο Γουάιλντ είχε έρθει πολλές φορές σε επαφή με τον Μπραμ Στόκερ, τον συγγραφέα του Δράκουλα, ο οποίος ήταν στενός φίλος της οικογένειας του Γουάιλντ και συμμετείχε συχνά στις συγκεντρώσεις που διοργάνωνε η Σπεράντζα στο πατρικό του σπίτι.

 
Στην τελευταία δεκαετία της ζωής του ο Γουάιλντ έγραψε και δημοσίευσε τα σημαντικότερα θεατρικά έργα της ζωής του, όπως Η Βεντάλια της Λαίδης Γουίντερμιρ, Σαλώμη, Μια Γυναίκα χωρίς Σημασία, Ένας Ιδανικός Σύζυγος, Ο Σοβαρός Κύριος Έρνεστ, καθώς και το εξαιρετικό μυθιστόρημα Το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ, που έδωσε αφορμή στους κριτικούς να τον κατηγορήσουν για ανηθικότητα, παραβλέποντας το ταλέντο και τη δημιουργική πνοή που ανέδιδαν τα γραπτά του. Ο Γουάιλντ μέσα από τα κείμενά του επιθυμούσε να καλέσει τη συντηρητική βικτοριανή Αγγλία να επαναπροσδιορίσει την υποκριτική της συμπεριφορά και να καταπολεμήσει τα ηθικά και κοινωνικά ταμπού, τα οποία βασάνιζαν τότε τους ανθρώπους. 
Δυστυχώς όμως οι αλλαγές δεν γίνονται ποτέ απλά και γρήγορα, ούτε είναι πάντα εύκολο να καταπολεμηθούν οι παγιωμένες αντιλήψεις μιας εποχής. Έτσι, ο Γουάιλντ, ο πραγματικός πολέμιος της υποκρισίας και της ηθικολογίας, πλήρωσε ακριβά τις εκκεντρικότητες και τις ιδέες του. Η ερωτική του σχέση με τον λόρδο Άλφρεντ Ντάγκλας, εξόργισε τον πατέρα του δεύτερου, μαρκήσιο του Κουίνσμπερυ, ο οποίος κατηγόρησε τον Γουάιλντ για σοδομισμό. Τότε ο Γουάιλντ τού έκανε αγωγή για εξύβριση, αλλά όλη αυτή η ιστορία στράφηκε τελικά εναντίον του. Το 1895 καταδικάστηκε από το δικαστήριο σε δυο χρόνια καταναγκαστικά έργα στις φυλακές του Ρέντινγκ. Η διαμονή του εκεί κλόνισε τον ευαίσθητο Γουάιλντ, ο οποίος έχει απεικονίσει όλη του την ψυχολογική κατάσταση στο De Profundis, που είναι το γράμμα που έστειλε στον πρώην αγαπημένο του, τον λόρδο Άλφρεντ Ντάγκλας, μέσα από τη φυλακή.


Το Μάιο του 1897 ο Γουάιλντ αποφυλακίστηκε μεν, αλλά είχε πλέον καταστραφεί η ζωή του, η υπόληψή του, η ψυχική και σωματική του υγεία. Αμέσως κηρύχθηκε σε πτώχευση, του απαγορεύτηκε να βλέπει τα παιδιά του και πολλοί από τους φίλους του δεν του στάθηκαν ούτε στο ελάχιστο. Τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στη Γαλλία, όπου με την ελάχιστη συμπαράσταση κάποιων ανθρώπων διέμενε σε φτηνά ξενοδοχεία. Αναγκάστηκε να αλλάξει το όνομά του και έτσι έλαβε το ψευδώνυμο Σεμπάστιαν Μέλμοθ, που ήταν το όνομα του αγαπημένου του ήρωα από μια ιστορία που είχε γράψει ο θείος του Τσαρλς Ματούριν. Μάλιστα σε αυτά τα χρόνια συναντήθηκε πάλι με τον Ντάγκλας, οπότε και συμφιλιώθηκαν. Τελικά απεβίωσε το 1900 στο Παρίσι από εγκεφαλικό επεισόδιο, απογοητευμένος και θλιμμένος για την τύχη του.
Μερικά από τα πιο ευφυή αποφθέγματά του είναι τα εξής:
 

Όσοι δεν βλέπουν καμία διαφορά ανάμεσα σε σώμα και ψυχή, δεν έχουν ούτε το ένα ούτε το άλλο.
Τα δόγματα πεθαίνουν όταν αποδειχθούν αληθινά. Επιστήμη είναι η καταγραφή των νεκρών δογμάτων.
Εάν κάποιος λέει την αλήθεια, ένα είναι σίγουρο, αργά ή γρήγορα θα αποκαλυφθεί.
Η ηδονή είναι το μόνο πράγμα για το οποίο αξίζει να ζει κανείς. Τίποτα δεν διαρκεί όσο η ευτυχία.
Το ελληνικό ντύσιμο είναι στην ουσία ακαλαίσθητο. Τίποτα δεν θα έπρεπε να αποκαλύπτει το σώμα, παρά το ίδιο το σώμα.
Το να αγαπήσει κανείς τον ίδιο του τον εαυτό είναι η αρχή ενός ειδυλλίου που διαρκεί όσο και η ζωή.


Δεν υπάρχουν σχόλια: