29.11.09

Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων (περ. 1360-1452)

Ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων, που ήταν μεγάλη πνευματική προσωπικότητα, φιλόσοφος και οραματιστής της αναβίωσης της αρχαίας ελληνικής σκέψης και θρησκείας, γεννήθηκε σε μια κρίσιμη για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία περίοδο μεταξύ του 1355-1360 στην Κωνσταντινούπολη. Πρόκειται για τη λεγόμενη Παλαιολόγια εποχή, κατά την οποία η Αυτοκρατορία, λίγο πριν το τέλος της, γνώρισε την τελευταία της πνευματική αναγέννηση, αφού εκδηλώθηκε τεράστιο ενδιαφέρον για την παιδεία και τον πολιτισμό. Ακόμα και οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας θεωρούσαν δεδομένη την ενασχόληση με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αν και δεν ενθάρρυναν όλοι την εμβάθυνσή της.  
Ο Γεώργιος Πλήθων αρχικά παρακολούθησε μαθήματα πλατωνικής και νεοπλατωνικής φιλοσοφίας στην Κωνσταντινούπολη και κατόπιν μετέβη στην Ανδριανούπολη –που ήταν τότε πνευματικό κέντρο συνάθροισης μεγάλων προσωπικοτήτων– για να συνεχίσει ανάλογες σπουδές. Την εποχή εκείνη είχε αρχίσει να χάνει έδαφος η κρατούσα αριστοτελική φιλοσοφία –η οποία είχε επιβληθεί προκειμένου να θεμελιωθεί ο χριστιανισμός– και έτσι ο πλατωνικός τρόπος σκέψης αποκτούσε όλο και περισσότερους οπαδούς. Παράλληλα, ο Πλήθων μαθήτευσε κοντά στον Ιουδαίο Ελισσαίο και διδάχτηκε το Ζωροαστρισμό, οπότε και άρχισε να αναπτύσσει σύνθετες φιλοσοφικο-θρησκευτικές πεποιθήσεις, που άπτονταν στοιχεία των παραπάνω σπουδών του, αλλά και στοιχεία παγανιστικά.

Μετά το θάνατο του Ελισσαίου –τον οποίο πιθανότητα πυρπόλησαν οι Τούρκοι φοβούμενοι τη διδασκαλία του– και σίγουρα μετά το 1393 ο Πλήθων εγκαταστάθηκε στο Μυστρά, πρωτεύουσα του Δεσποτάτου του Μορέως. Οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές για στοχασμό και συγγραφή, αφού η περιοχή ήταν ακόμη ελεύθερη. Γρήγορα κέρδισε την εμπιστοσύνη των ηγεμόνων του Δεσποτάτου, οι οποίοι του πρόσφεραν τιμές, καθώς και κλήρο. Διετέλεσε σύμβουλος και αξιωματούχος, συνέγραψε έργα φιλοσοφικά, ιστορικά, γεωγραφικά και αστρονομικά, καθώς και πολιτικά στα οποία προέβαλλε σχέδιο πολιτικής και κοινωνικής αναμορφώσεως της Πελοποννήσου, ορίζοντας ως εκτελεστή του εγχειρήματος τον εαυτό του. Έστελνε συχνά υπομνήματα στον Αυτοκράτορα, σχετικά με τη διάρθρωση της κοινωνίας, την οικονομία και τη φορολογία, το στρατό, την αγροτική πολιτική και την εκπαίδευση, στα οποία αδιαφορούσε για την αντίδραση των ανθρώπων ή για το αν μπορούσαν να εφαρμοστούν υπό τις υπάρχουσες συνθήκες ή όχι. Μόνος του στόχος ήταν η διάδοση του ελληνικού κόσμου με μεταρρυθμίσεις βασισμένες στην πλατωνική φιλοσοφία.
Είναι γεγονός ότι ο Πλήθων ίδρυσε μια σχολή στο Μυστρά, όπου σύμφωνα με τα όσα λέγονταν τότε, διδάσκονταν μαθήματα φιλοσοφίας, αλλά γινόταν και προσπάθεια αναβίωσης της αρχαίας ελληνικής θρησκείας με τελετές, που έκαναν πολύ κακή εντύπωση στους απλούς ανθρώπους της περιοχής. Πολλοί μαθητές του μάλιστα επιδίδονταν σε λατρεία αγαλμάτων, και είναι βέβαιο ότι, αν δεν έπεφτε η Αυτοκρατορία, η αναβίωση εκείνη θα είχε εξαπλωθεί σε πολλές περιοχές. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Γεώργιο Τραπεζούντιο, κάποτε ο Πλήθων δήλωσε ότι σύντομα οι άνθρωποι «μία ψυχή και καρδία» θα ασπάζονταν μια θρησκεία, και όταν ρωτήθηκε αν εννοούσε του Ιησού η του Μωάμεθ, εκείνος απάντησε: «Ούτε η μία, ούτε η άλλη, αλλά η πατρώα», δηλαδή η παγανιστική.
Ένα άλλο ζήτημα που απασχολούσε την Αυτοκρατορία την εποχή του επιθανάτιου ρόγχου της, ήταν εκείνο της ένωσης των δύο Εκκλησιών. Όταν ο Ιωάννης Παλαιολόγος περιόδευε στην Πελοπόννησο, επισκέφτηκε τον Πλήθωνα και ζήτησε την άποψή του για το θέμα. Εκείνος του απάντησε ότι κάθε προσπάθεια θα ήταν άσκοπη και τον προειδοποίησε ότι η μετάβαση των εκπροσώπων της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Ιταλία για διευθέτηση του προβλήματος, μόνο ντροπή και ατιμία θα σήμαινε για τους Έλληνες. Παρόλα αυτά οι σύνοδοι στη Φερράρα (1438) και στη Φλωρεντία (1439) έγιναν και ο Πλήθων –παρά τις αντιρρήσεις του– δέχτηκε να συμμετάσχει σ’ αυτές. Εκεί τάχθηκε κατά της Ένωσης και κατέρριψε τα επιχειρήματα των Δυτικών, χαρακτηρίζοντάς τα σοφιστείες. Ο λόγος, απ’ ό,τι φαίνεται, είναι ότι πρώτον αντιπαθούσε τη λατινική Εκκλησία και μοιραία δεν συμφωνούσε με τους όρους που τέθηκαν, και δεύτερον πίστευε ότι η υποταγή της Ανατολής στη Δύση θα ισοδυναμούσε με ατίμωση, αλλά θα έκανε και αδύνατη την αναγέννηση του Ελληνισμού.
Πάντως, από την παραμονή του στην Ιταλία, πέτυχε κάποια από αυτά που ονειρευόταν: Συνδέθηκε με κύκλους λογίων, στους οποίους μετέδωσε την αγάπη για τον Πλάτωνα, έδωσε διαλέξεις επί του ίδιου θέματος και ενέπνευσε στον ηγεμόνα του Κόζιμο των Μεδίκων το όραμα της ίδρυσης Πλατωνικής Ακαδημίας, στην οποία αργότερα μεταφράστηκαν και αναλύθηκαν όλα τα πλατωνικά συγγράμματα. Έτσι, λοιπόν, η Δύση, αλλά η αρχαία ελληνική σκέψη χρωστάει πολλά στον Πλήθωνα, που χωρίς το πάθος και το ενδιαφέρον του, όλα αυτά τα σπουδαία κείμενα θα έμεναν στο σκοτάδι.
Στην «ιταλική» αυτή περίοδο της ζωής του άλλαξε το όνομά του από Γεμιστός σε Πλήθων. Κάποιοι θεώρησαν ότι το έκανε για να προσιδιάσει το όνομά του με αυτό του Πλάτωνα. Όμως το πιο πιθανό είναι ότι η αρχαιολατρεία του τον παρακίνησε να μεταγράψει το όνομά του από τα νέα Ελληνικά στα αρχαία (πλήθω = είμαι γεμάτος).
Έργα του είναι: Οι Νόμοι, Περί ων Αριστοτέλης προς Πλάτωνα Διαφέρεται, Υπέρ του Λατινικού Δόγματος Βιβλίον, Ηροδότου Λόγοι Εννέα, Περί των εν Πελοποννήσω Πραγμάτων, Περί Δημιουργού του Ουρανού, Ζωροαστρικών και Πλατωνικών Δογμάτων Συγκεφαλαίωσις κ.ά. Το σημαντικότερο από αυτά είναι Οι Νόμοι, όπου είχε κλείσει όλη τη φιλοσοφική και θρησκευτική του σκέψη. Μετά το θάνατό του, τα χειρόγραφά του τα ανακάλυψε ο Δεσπότης του Μορέως Δημήτριος, ο οποίος τα έστειλε στον Πατριάρχη Γεννάδιο. Εκείνος σκανδαλίστηκε τόσο πολύ, όταν είδε να αναγράφεται ο Θεός ως Ζευς και η Τριάδα ως αποτελούμενη από τον υπερούσιο Δημιουργό, το Λόγο του παντός και την Ψυχή του κόσμου, ώστε έκρινε ότι το έργο έπρεπε να παραδοθεί στην πυρά – αυτήν που «προστάτευε» τον κόσμο από κάθε τολμηρή ιδέα. Λίγα μόνο αποσπάσματα έχουν φτάσει ως τις μέρες μας.
Ο Πλήθων πέθανε στη Σπάρτη στις 26 Ιουνίου 1452, ημέρα Δευτέρα και ώρα μία πρωινή, σύμφωνα με χειρόγραφο της βιβλιοθήκης του Μονάχου. Πολλοί οπαδοί του κατέφυγαν στην Ιταλία, για να συνεχίσουν τη ζωή τους και να διαδώσουν την αγάπη του Πλήθωνα για τον Πλάτωνα και τον Ελληνισμό. Το 1465 ο Σιγισμόνδος Ποντόλφο, άρχοντας του Ρίμινι, έκανε εκταφή των οστών του Πλήθωνα και τα μετέφερε στην Ιταλία, όπου ακόμη και σήμερα βρίσκονται σε μαρμάρινη λάρνακα στο ναό του Αγίου Φραγκίσκου στο Ρίμινι.
Τελειώνοντας, αξίζει να αναφέρουμε κάποια λόγια του Πλήθωνα στα οποία συμπυκνώνεται η σκέψη του: «Γιατί εμείς, στους οποίους είστε άρχοντες και βασιλείς, είμαστε Έλληνες ως προς την καταγωγή, όπως άλλωστε η γλώσσα και η πατροπαράδοτη παιδεία μαρτυρούν».

Δεν υπάρχουν σχόλια: