27.7.06

10 ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ


Παρακάτω παραθέτω δέκα παιδαγωγικές ερωτήσεις πολλαπλών επιλογών, που θα μπορούσαν να φανούν χρήσιμες σε όσους συναδέλφους διαβάζουν αυτήν την περίοδο για τον διαγωνισμό του ΑΣΕΠ 2006:


  1. Ένας μαθητής έρχεται αργοπορημένος στην τάξη. Πώς θα προσπαθούσατε να εξαλείψετε αυτή τη συμπεριφορά;
α. τον προσβάλλετε μπροστά στους συμμαθητές του.
β. τον αποβάλλετε από την αίθουσα διδασκαλίας.
γ. επιβραβεύετε κάθε έγκαιρη προσέλευσή του.
δ. τον εκφοβίζετε ότι θα ενημερώσετε τους γονείς του.
  1. Κατά τη γνώμη σας οι αλλοδαποί μαθητές θα πρέπει να:
α. να εντάσσονται σε τμήματα Ελλήνων, αλλά το ποσοστό τους σε κάθε τάξη να είναι μικρό.
β. φοιτούν σε ειδικά σχολεία, ώστε να μην προκαλούν προβλήματα σε Έλληνες μαθητές.
γ. φοιτούν στο ίδιο σχολείο με Έλληνες μαθητές, αλλά σε ξεχωριστά τμήματα.
δ. ενσωματώνονται σε κανονικά σχολεία και αν χρειάζεται να τους παρέχεται πρόσθετη στήριξη.

  1. Η «επίδειξη» συνιστά:
α. δασκαλοκεντρική μορφή διδασκαλίας.
β. μεικτή μορφή διδασκαλίας.
γ. μαθητοκενρική μορφή διδασκαλίας.
δ. ομαδασυνεργατική μορφή διδασκαλίας.

  1. Η μέθοδος που είναι ακατάλληλη για το μάθημα της Ιστορίας είναι η:
α. εργαστηριακή
β. διαλογική.
γ. αφηγηματική.
δ. καμία από τις παραπάνω.

  1. Παρακολουθείτε το μάθημα ενός δασκάλου σε μια τάξη. Ποιο από τα επόμενα θεωρείτε σημαντικότερο;
α. οι μαθητές κρατούσαν σημειώσεις με προσοχή και ζήλο.
β. οι μαθητές συμμετείχαν ενεργά στο μάθημα δείχνοντας πραγματικό ενδιαφέρον και ικανοποίηση.
γ. ο δάσκαλος ήταν απολύτως καταρτισμένος.
δ. ο δάσκαλος βοηθούσε τους αδύνατους μαθητές.

  1. Η ανακαλυπτική μάθηση (discovery learning) –σύμφωνα με την οποία το άτομο αποκτά τις πληροφορίες και γενικά τη γνώση, προσπαθώντας το ίδιο να εντοπίσει και να ανακαλύψει τις σχέσεις και διασυνδέσεις ανάμεσα στις προσφερόμενες πληροφορίες– διατυπώθηκε κατά κύριο λόγο από τον:
α. J. Bruner.
β. J. Piaget.
γ. R. Gagne.
δ. D. Ausubel.
  1. Σύμφωνα με τον Piaget η αφαιρετική-κριτική σκέψη του παιδιού αναπτύσσεται σε μια από τις παρακάτω ηλικίες:
α. 0 – 1,5 έτους.
β. 1,5 – 7 ετών.
γ. 7 – 11 ετών.
δ. 11 – 16 ετών.

  1. Τα κύρια χαρακτηριστικά της δημιουργικής σκέψης είναι:
α. πρωτοτυπία σκέψης και εκτέλεσης.
β. ταχύτητα σκέψης.
γ. πολλαπλότητα λύσεων.
δ. τίποτα από τα παραπάνω.

  1. Κατά τη διάρκεια του μαθήματος αντιλαμβάνεστε ότι ένας μαθητής παίζει με το κινητό του και δεν προσέχει τη διδασκαλία. Τι κάνετε;
α. Τον κοιτάζετε αυστηρά.
β. Του ζητάτε με επιτακτικό τρόπο να κλείσει το κινητό του.
γ. Τον απειλείτε ότι θα τον αποβάλετε από την τάξη αν δεν σταματήσει παίζει με το κινητό του.
δ. Η ενέργειά σας θα εξαρτηθεί από το αν ο μαθητής προβαίνει σε αυτή την ενέργεια για πρώτη ή για πολλοστή φορά.

  1. Τα σχέδια συνεργατικής μάθησης απαιτούν:
α. τη συνεργασία λίγων μαθητών.
β. υποστήριξη των μαθητών από τους εκπαιδευτικούς.
γ. την παραγωγή μιας τελικής εργασίας.
δ. τίποτα από τα παραπάνω.

Απαντήσεις:
  1. γ
  2. δ
  3. α
  4. δ
  5. β
  6. α
  7. δ
  8. α
  9. δ
  10. β

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Καλημέρα κ. Μαραγκόζη. Διάβασα τα κείμενα που παραθέτετε και συμφωνώ στο μεγαλύτερο μέρος τους, όντας και εγώ εκπαιδευτικός. Θα ήθελα όμως να τονίσω ότι εκ της εκπαιδευτικής εμπειρίας μου έχω σχηματίζει την άποψη πως τα "πολιτικά ορθά" συστήματα από τα οποία πηγάζουν οι εκπαιδευτικές τακτικές που παρουσιάζετε, δεν λειτουργούν τελικά μέσα στις τάξεις. Λ.χ. το πρόβλημα των κινητών δεν αντιμετωπίζεται εκ των υστέρων. Πρέπει ο καθηγητής να τα απαγορεύσει από την πρώτη στιγμή, αλλιώς δίνει το δικαίωμα στα παιδιά να απασχολούνται με τα κινητά συνεχώς.
Πέρα από όλα αυτά, η σελίδα σας έχει μεγάλο ενδιαφέρον και θα την επισκέπτομαι τακτικά. Χαίρετε!

Ειρήνη Μαραγκόζη είπε...

Αγαπητέ συνάδελφε, σας ευχαριστώ θερμά για τα σχόλια και τις παρατηρήσεις σας. Ειλικρινά, χαίρομαι πολύ όταν διατυπώνονται διαφορετικές απόψεις, διότι έτσι δίνεται η αφορμή για γόνιμες συζητήσεις, που είναι και ένας από τους βασικούς σκοπούς της ύπαρξης αυτής της σελίδας.

Στο προκείμενο λοιπόν: Η αλήθεια είναι πως δε διαφωνώ μαζί σας. Πραγματικά, οι παιδαγωγικές θεωρίες που προτάσσονται από διάφορες σχολές δεν είναι όλες τους εφαρμόσιμες μέσα στην τάξη. Πολλές από αυτές δεν έχουν θέση παρά μονάχα στα ακαδημαϊκά βιβλία. Και αυτό γιατί οι συνθήκες (μαθητικό δυναμικό, μορφωτικό επίπεδο της κοινωνίας στην οποία ανήκουν τα παιδιά, εκπαιδευτική εμπειρία του δασκάλου κ.λπ) δεν είναι ποτέ οι ίδιες – ούτε και όλες οι συνθήκες μπορούν να προβλεφθούν από μια θεωρία.

Έτσι, για το συγκεκριμένο ζήτημα, άλλοι προτάσσουν ως απάντηση ότι η αντίδραση του καθηγητή θα πρέπει να καθοριστεί από την επανάληψη ή όχι της μικροαταξίας του μαθητή.

Από την άλλη στο αξιόλογο βιβλίο του Ηλία Ματσαγγούρα «Η Σχολική Τάξη» γίνεται λόγος για την αρχή της ελάχιστης παρέμβασης. Παραθέτω το αντίστοιχο παράθεμα:
«Βασική θέση των περισσότερων σύγχρονων παιδαγωγών, που συμμερίζεται και η παρούσα εργασία, είναι ότι ο εκπαιδευτικός μέσα από τις οργανωτικές παρεμβάσεις του αποβλέπει σε δύο σκοπούς. Ο πρώτος σκοπός είναι άμεσος και αφορά την εξασφάλιση της τάξης, που είναι αναγκαία για τη διεξαγωγή της διδασκαλίας και την ασφαλή συνύπαρξη των μελών της σχολικής τάξης. Ο δεύτερος σκοπός είναι απώτερος και αφορά την ανάπτυξη της κοινωνικο-ηθικής αυτονομίας των παιδιών και των δεξιοτήτων και στάσεων που απαιτεί η λειτουργία της δημοκρατικής πολιτείας. Τα στοιχεία αυτά είναι αναγκαία για τον πολίτη της μεταμοντέρνας κοινωνίας, όπως αποκαλείται η κοινωνία που διαμορφώνουν τα δεδομένα της εποχής μας (βλ. και Hoover & Kndsvatter, 1997).
»Απόρροια της παραπάνω θέσης είναι η διατύπωση της αρχής της ελάχιστης παρέμβασης, σύμφωνα με την οποία ο εκπαιδευτικός παρεμβαίνει τότε και τόσο, όσο είναι, απολύτως αναγκαίο για να εξασφαλίσει ένα πλαίσιο ασφάλειας και καθοδήγησης, μέσα στο οποίο μπορούν δημιουργικά και με αυξημένες πιθανότητες επιτυχίας να αναπτύξουν οι μαθητές τις πρωτοβουλίες τους και τους πειραματισμούς τους, αναλαμβάνοντας και το κόστος των πράξεών τους. Πρόκειται, δηλαδή, για μια δύσκολη εξισορρόπηση μεταξύ καθοδήγησης, πρωτοβουλίας, δοκιμής και ευθύνης, που στο τέλος αναμένεται να καταλήξει σε θετικά βιώματα για το παιδί.
»Στα πλαίσια αυτής της λογικής ο εκπαιδευτικός ασκεί διακριτικά και με φειδώ τις δυνατότητες παρέμβασης που του παρέχουν οι μορφές εξουσίας τις οποίες κατέχει, για να δώσει τις δυνατότητες ανάπτυξης στους μαθητές. Η ολοκληρωμένη και χωρίς φειδώ παρέμβαση εξασφαλίζει τον άμεσο σκοπό της εξασφάλισης της ευταξίας, αλλά δεν υπηρετεί τον απώτερο σκοπό της ανάπτυξης της αυτονομίας. Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι ο εκπαιδευτικός που εφαρμόζει την αρχή της ελάχιστης παρέμβασης σε θέματα διδασκαλίας δίνει τόσες πληροφορίες και οδηγίες, όσες είναι απολύτως αναγκαίες στους συγκεκριμένους μαθητές, για να ολοκληρώσουν με επιτυχία το μαθησιακό τους έργο. Σε καμιά περίπτωση δεν λέει, δεν ερμηνεύει και δεν αξιολογεί πράγματα που μπορούν από μόνοι τους να κάνουν οι μαθητές, όπως έχει άλλωστε υποστηρίξει σε μία από τις βασικές του θέσεις και ο Piaget, που αντιλαμβάνεται τη διδασκαλία ως μια διαδικασία προς την ανάπτυξη της νοητικής αυτονομίας. Στην περίπτωση της οργάνωσης της τάξης και της σχολικής πειθαρχίας, η αρχή της ελάχιστης παρέμβασης σημαίνει ότι η παρέμβαση του εκπαιδευτικού για την αποκατάσταση της τάξης θα γίνει με τον απλούστερο και λιγότερο καταπιεστικό τρόπο (βλ. Burden 1995, 26). Αν, δηλαδή, αρκεί μια ματιά του εκπαιδευτικού για την επαναφορά στην τάξη, θα αρκεσθεί σε αυτή χωρίς σχόλια, επιπλήξεις και απειλές. Αν, όμως, η πρώτη πειθαρχική παρέμβαση του εκπαιδευτικού αποτύχει, τότε επιλέγει δεύτερη παρέμβαση περισσότερο περιοριστική και έντονη, σύμφωνα και με τη δεύτερη αρχή, της προοδευτικότητας, που αναπτύσσουμε στη συνέχεια».

Σύμφωνα με τα παραπάνω η σωστή απάντηση θα ήταν ο εκπαιδευτικός να κοιτάξει κάπως επίμονα το μαθητή στέλνοντάς του έτσι το διακριτικό μήνυμα ότι «κοίταξε, σε βλέπω και θα ήταν καλό να σταματήσεις αυτή σου τη δραστηριότητα η οποία σε αποσπά από τη διδακτική πράξη».

Ας μην παραλείψω και την αρχή της προγραμματισμένης αγνόησης που έχουν προτείνει οι συμπεριφοριστές. Σύμφωνα με αυτή θα ήταν σωστό ο εκπαιδευτικός να αγνοήσει πλήρως αυτή τη συμπεριφορά, διότι πιστεύεται ότι οι μαθητές όταν κάνουν μικροαταξίες έχουν ως στόχο τους απλά και μόνο να προσελκύσουν την προσοχή του δασκάλου.

Τελικά, φίλε μου, ποια είναι η ενδεδειγμένη στάση που οφείλει να κρατήσει ο δάσκαλος; Και το σημαντικότερο: Ποια είναι η σωστή απάντηση που πρέπει να δώσει ο διαγωνιζόμενος εκπαιδευτικός στο μάθημα της Παιδαγωγικής; Ποια θεωρία ασπάζονται όσοι θέτουν τα ερωτήματα στον ΑΣΕΠ;

Όπως καταλαβαίνεις, συνάδελφε, ο προβληματισμός σου είναι και δικός μου. Και ειλικρινά θα χαιρόμουν αν συνεχίζαμε αυτήν την κουβεντούλα.

Παναγιώτης είπε...

Ευχαριστούμε για τα ωραία στοιχεία που παραθεσατε!